facebook twitter youtube googleplus
on/off

ΑνθούσαΛαογραφικά: Η Βάπτιση

Η Βάπτιση

Προτού χρονίσει το μωρό και προτού ακόμα περπατήσει αποφάσιζαν για τη βάφτισή του. Η ειδοποίηση του νονού ήταν μέσα στις πρώτες φροντίδες για να ετοιμαστεί και να καθοριστεί και η ημερομηνία. Ο νονός θ’ αγόραζε τα βαφτιστικά, ασπροπάνι, σαπούνι, μια μπούκλα λάδι, λαμπάδες, σκουφίτσα και μερικά ρουχαλάκια, αν τύχαινε και είχε κομπόδεμα. Ετοίμαζαν την κολυμπήθρα (πλύσιμο- καθάρισμα) και την τοποθετούσαν στο κέντρο της εκκλησίας. Από το σπίτι έφερναν νερό ζεστό και κρύο για ανακάτωμα. Ο παπάς με τον αγκώνα του χεριού του δοκίμαζε τη θερμοκρασία του νερού για να αποφύγει το ζεμάτισμα του παιδιού. Αυτή η δοκιμή ήταν αλάνθαστη και εγγυημένη. Συγγενείς θα πήγαιναν το μωρό στην εκκλησία, και οι γονείς θα περίμεναν στο σπίτι τη χαρμόσυνη αναγγελία του ονόματος με αγωνία, και να γιατί. Έθιμο ήταν να δίνεται το όνομα του παππού ή της γιαγιάς από την πλευρά του άντρα και, αν υπήρχαν περισσότερα παιδιά, ικανοποιούσαν και την πλευρά της γυναίκας. Προσυνεννόηση με τον νουνό δεν υπήρχε, ο οποίος είχε τη δυνατότητα να δώσει δικό του όνομα.

Οι πιτσιρικάδες μόλις ο νονός χάριζε το όνομα, έτρεχαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, για να το ανακοινώσουν στους γονείς, οι οποίοι στον καθένα έδιναν κι ένα νόμισμα, συνήθως δραχμή ή δίφραγκο της εποχής εκείνης. Ο πρώτος αγγελιοφόρος έπαιρνε τη μερίδα του λέοντος πεντάδραχμο, δεκάδραχμο ή εικοσάδραχμο. Υπήρχαν και οι ζαβολιάρηδες, οι οποίοι σχημάτιζαν ομάδα όπως στη σκυταλοδρομία και ο πρώτος φώναζε το όνομα στο δεύτερο, αυτός στον τρίτο και έπαιρναν την πρωτιά με τη φωνή και όχι με τα πόδια.
Όταν τελείωνε το μυστήριο, ο νουνός έβγαινε έξω από την εκκλησία κρατώντας στις χούφτες του πενηντάρικα, τα οποία πέταγε προς τα πάνω και οι πιτσιρικάδες έδιναν ομηρική μάχη, σπρώχνοντας ή πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο να τα πιάσουν στον αέρα ή να τα πάρουν από κάτω. Ο νουνός κρατώντας στην αγκαλιά του το βαφτιστήρι και τη λαμπάδα αναμμένη, με συνοδεία τον παπά και τον ψάλτη (καντηλανάφτης δεν υπήρχε), πήγαιναν για το σπίτι. Στην πόρτα περίμενε η μητέρα με χαρά και ανυπομονησία, έκανε τρεις μετάνοιες μπροστά στο νουνό, του φύλαγε το χέρι κι έπαιρνε το νεοφώτιστο στην αγκαλιά της. Ακολουθούσαν τραπεζώματα για τους προσκαλεσμένους με πρώτη και καλύτερη τη μαμή.
Το λαδόπανο και τα λαδωμένα ρούχα τά ‘πλεναν στο ποτάμι, για ν’ αποφύγουν το ποδοπάτημα των διαβασμένων λαδιών. Τα νερά της κολυμπήθρας τά ‘ριχναν στην καταβόθρα που υπήρχε μέσα στο γυναικωνίτη της εκκλησίας.
Θεωρούσαν μεγάλη αμαρτία να πεθάνει το μωρό αβάπτιστο. Στην περίπτωση που από ξαφνική αιτία κινδύνευε η ζωή του, θα φρόντιζαν για τη βάπτιση του βιαστικά, και αν δεν υπήρχε παπάς ή ο χρόνος πίεζε, τότε το μυστήριο γινόταν με το αεροβάπτισμα. Σήκωνε κάποιος το μωρό προς τα πάνω τρεις φορές λέγοντας : “βαφτίζεται ο δούλος του θεού” και χάριζε το όνομά του.

Πηγή

Γράψτε το σχόλιό σας.