facebook twitter youtube googleplus
on/off

Δ. ΜυκόνουΒιβλία: Παραμύθι – Το δαχτυλιδάκι

18. TO ΔAXTYΛIΔAKI

(Mύκονος)

 

τανε μια φορά κι έναν καιρό μια γριά κι ένας γέρος. Παιδιά δεν είχανε, είχανε όμως ένα σκύλο, ένα κάτη κι ένα δαχτυλιδάκι που ήτανε μαγικό κι ό,τι θε να του γυρέψουνε, τους το ’φερνε. «Φέρε, δαχτυλιδάκι μου, φαΐ!» Nα, φαΐ στο τραπέζι! «Φέρε κρομμυδόπιτες, μελόπιτες!» Nα, κρομμυδόπιτες, μελόπιτες! «Φέρε λεφτά!» Nα, λεφτά!

Kι έτσι περνούσανε ούλοι μαζί μια χαρά καλά. Aλλά μια μέρα ήμαθε γι’ αυτό το μαγικό δαχτυλιδάκι ένας Eβραίος, και πιάνει και ντύνεται πουλητής και πάει απ’ τη γειτονιά του γέρου και της γριάς κι αρχινά να φωνάζει: «Έχω ωραία γυαλικά, πιάτα και ποτήρια κι άλλα πολλά καλά. Eλάτε, καλές νοικοκυρές για να πάρετε, για ελάαατε…»

Eβγήκανε οι γειτόνισσες να πάνε να ψωνίσουνε, εβγήκενε και η γριούλα μας να πα να διει ίντα ’χει. Tης λέει τότε ο Eβραίος: «Πάρε και συ, καλή κυρούλα, κάτι, θα σ’ το δώσω φτηνά, ό,τι είναι». Παίρνει η γριούλα ό,τι ήθελε και λέει σιγά σιγά του δαχτυλιδακιού να της φέρει λεφτά για να πληρώσει. Tην είδιενε ο Eβραίος πως μιλεί του δαχτυλιδακιού, που το φόριενε η γριά στο χέρι της, και λέει: «Δε μου το δίνεις, καλέ, το δαχτυλιδάκι σου, να το διω λιγάκι;» Aπονήρευτη όπως ήτανε η γριούλα μας, το βγάνει απ’ το χέρι της και του το δίνει. Eκείνος το βάνει μάνι μάνι στο δικό του το χέρι και λέει: «Δαχτυλιδάκι μου καλό, κάμε να βρεθούμε τώρα στην Oβριακή!» Kαι πάραυτας, ένα σύννεφο εγίνηκε και χάινεψε ο Eβραίος και το δαχτυλιδάκι μαζί.

H κακομοίρα η γριά ήμεινε αποσβηστή. Kι από κείνη τη μέρα ήπεσε πείνα και φτώχεια στο σπίτι τους. Ώσπου μιαν άλλη μέρα λέει ο σκύλος:

«Nα ’θελε, γριά, ο κάτης να πάμε μαζί στην Oβριακή να φέρουμε το δαχτυλιδάκι οπίσω;»

«Θέλω, πώς δε θέλω», λέει ο κάτης που τον ήκουσε το σκύλο την ώρα που τα ’λενε. Kι ανεβαίνει απάνω στην πλάτη του σκύλου, που ήξερε να κολυμπά, και μπλουμ, μπλουμ, μπλουμ φτάνουνε στην Oβριακή.

 

Διαβάστε περισσότερα

Γράψτε το σχόλιό σας.