facebook twitter youtube googleplus
on/off

Ν. ΛευκάδαςΒιβλία: Παραμύθι: Η κακή μητριά

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα αντρόγυνο με τα δυο τους παιδιά, το Μήτσο και τη Θυμαρούλα. Η μάνα τους είχε πεθάνει κι είχανε μητριά.

Μια νύχτα, που η μητριά νόμιζε πως τα παιδιά είχανε πλαγιάσει και δεν ακούγανε, λέει στον άντρα της:

«Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτ’ άλλο. Ένα καρβέλι ψωμί έχουμε όλο κι όλο. Άμα σωθεί κι αυτό, τι θα φάμε; Καλύτερα είναι να πάρουμε τα παιδιά να τα πάμε στο δάσος, βαθιά πολύ, να τα φάνε τ’ άγρια θηρία να ησυχάσουμε κι εμείς απ’ αυτά».

Ο άντρας της όμως αγαπούσε πολύ τα παιδιά του και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να τ’ ακούσει. Στο τέλος όμως τον έκαμε η γυναίκα του και τ’ αποφάσισε. Και είπανε να φύγουνε την άλλη μέρα, χαράματα, για το δάσος.

Τα δυο παιδιά όμως ήτανε ξύπνια κι ακούσανε. Η Θυμαρούλα άρχισε να κλαίει και να σκούζει – δέκα χρονών κοπέλα, μαθές, ήτανε-. Αλλά ο Μήτσος, σα μεγαλύτερος, δώδεκα χρονών, την ησύχασε και της λέει:

«Μην απελπίζεσαι, αδερφούλα, και θα δεις τι θα κάνουμε εμείς. Αμέσως ντύθηκε σιγά σιγά, άνοιξε την πόρτα και πετάχτηκε έξω. Τα πετραδάκια γυαλίζανε απ’ το φεγγάρι κι αστράφτανε σα διαμάντια πραγματικά. Γέμισε ο Μήτσος τις τσέπες του από δαύτα και μπήκε πάλι μέσα.

Την άλλη μέρα, τους έδωσε η μητριά τους λίγο ψωμί και ξεκινάνε όλοι αντάμα για το δάσος. Πήγανε, πήγανε μέσα μέσα, και τους λέει η μητριά: «Εδώ να κάτσετε εσείς, παιδιά μου, κι εγώ με τον πατέρα σας θα πάμε, που έχουμε μια δουλειά παραπέρα, και το βράδυ θα περάσουμε να σας πάρουμε».

Όταν πηγαίνανε ο Μήτσος έριχνε στο δρόμο πετραδάκια. Φύγανε οι γονείς τους, πήγανε τάχα πως είχανε δουλειά, μα πέρασε το μεσημέρι, ήρθε το βράδυ κι ακόμα να φανούνε. Η Θυμαρούλα άρχισε τα κλάματα αλλά ο Μήτσος της έδινε θάρρος και της έλεγε: «Περίμενε ώσπου να βγει το φεγγάρι».

Όταν πρόβαλε το φεγγάρι ξεκινήσανε να γυρίσουνε πίσω. Τα πετραδάκια λάμπανε και τους δείχνανε το δρόμο. Φτάσανε λοιπόν στο σπίτι. Μόλις τα είδε η μητριά, ξινίσανε τα μούτρα της. Ο πατέρας τους όμως τ’ αγκάλιασε και τα φίλησε.

Περάσανε πολλές μέρες και μια βραδιά τα παιδιά ακούνε πάλι την ξενομάνα τους να λέει τα ίδια στον άντρα της. Ο Μήτσος δεν απελπίστηκε. Ντύθηκε και πήγε να βγει έξω. Αλλά βρήκε την πόρτα κλειστή. «Χμ», έκανε από μέσα του, «άσε και θα δούμε».

Την άλλη μέρα η μητριά τα ξύπνησε πολύ πρωί και τους λέει:

«Σηκωθείτε, μωρέ τεμπέληδες, να πάμε να κόψουμε ξύλα».

Πραγματικά ξεκινήσανε και στο δρόμο ο Μήτσος, αφού δεν είχε πετραδάκια, έριχνε τριμόψυχα*. Φτάσανε στο δάσος, πολύ βαθιά. Οι γονείς τους πάλι το ίδιο, φύγανε τάχα πως θα πάνε να μαζέψουνε ξύλα σ’ άλλη μεριά. Τα παιδιά κρυώνανε τα κακόμοιρα κι ανάψανε φωτιά. Έφαγαν και το ψωμί της Θυμαρούλας,-ο Μήτσος το δικό του είπαμε πως το έριχνε στο δρόμο-, και περιμένανε να νυχτώσει.

Διαβάστε περισσότερα

Γράψτε το σχόλιό σας.