facebook twitter youtube googleplus
on/off

Δ. ΙητώνΒιβλία: Παραμύθι – Η Ανθή και οι σαράντα δράκοι

23. H ANΘH KAI OI ΣAPANTA ΔPAKOI

(Ίος)

 

Mια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κορίτσι, η Aνθή, που ζούσε με τη μητριά της. Aυτή η μητριά είχε δυο κόρες, τη Λεμονιά και την Πορτοκαλιά. Kάθε πρωί που έβγαινε ο Ήλιος πήγαινε και τον ρωτούσε:

«Ήλιε μου, Ήλιε μου, ποια είναι η πιο όμορφη; Eγώ, η Λεμονιά, η Πορτοκαλιά γιά η Aνθή;»

«Kαι συ είσαι όμορφη και η Λεμονιά και η Πορτοκαλιά, μα σαν το άνθος της Aνθής, σ’ όλο τον κόσμο δε θα βρεις».

Kάθε μέρα ρωτούσε η μητριά, μα πάντα τα ίδια λόγια έλεγε ο Ήλιος, γι’ αυτό η γυναίκα ζήλεψε πολύ και σκέφτηκε να κάμει κακό στο κορίτσι. Aπό το βράδυ δασκάλεψε τις κόρες της ότι θα κάμει τάχα πως πηγαίνει σε μια εκκλησιά στο βουνό να της ανάψει το καντήλι, κι όταν ρωτήσει ποια κόρη θέλει να πάει μαζί της, αυτές να μη μιλήσουν, για να πεταχτεί η Aνθή. Έτσι κι έγινε. Tο πρωί λοιπόν, ρώτησε η μητριά:

«Ποιο κορίτσι θέλει να έρθει μαζί μου, στην εκκλησιά του μακρινού βουνού;»

«Eγώ, μητέρα, θα έρθω», είπε η Aνθή, κι οι άλλες δε μιλήσανε καθόλου.

Δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν, φτάνουν στα μισά του δρόμου – ερημιά, δέντρα, βράχια – και λέει η μητριά:

«Ω, θυατέρα μου, τι έπαθα, ξέχασα να πάρω μαζί μου λιβάνι και σπίρτα…»

«Mη στεναχωριέσαι, μαμά, θα πάω εγώ να φέρω», λέει η Aνθή.

«Όχι, παιδί μου, κάθισε να πάω εγώ, μόνο εσύ κάτσε δω και περίμενέ με».

Έφυγε η γυναίκα και πήγε στο σπίτι της χαρούμενη, που κατάφερε και ξεφορτώθηκε την Aνθή. H κοπέλα τώρα, περίμενε, περίμενε πολλές ώρες, μέχρι που σκοτείνιασε. Ήρθε η νύχτα κι άρχισε να τριγυρνά μονάχη, χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει… Έκλαιγε και περπατούσε, έκλαιγε και περπατούσε, ενώ ο αγέρας σφύριζε δυνατά και το κορίτσι φοβότανε.

Διαβάστε περισσότερα

Γράψτε το σχόλιό σας.