facebook twitter youtube googleplus
on/off

ΣκύροςΛαογραφικά: Ενδυμασίες των διαφόρων τάξεων

Ενδυμασίες των διαφόρων τάξεων

Οι παραδοσιακές φορεσιές όλων των κοινωνικών τάξεων της Σκύρου, σε μεγάλη ποικιλία και αριθμό παρουσιάζονται, επίσης, στο μουσείο, δίνοντας, με τον πιο παραστατικό τρόπο την καστική δομή της κοινωνίας των Σκυριανών.
Γιατί θα πρέπει να τονιστεί ότι κάθε τάξη στο νησί προσδιορίζονταν αυστηρά από την ειδική φορεσιά που φορούσε.
Έτσι αυτές διακρίνονται, τοποθετημένες σε ειδικές βιτρίνες, στις εξής δέκα κατηγορίες:
του αρχοντολογιού
των ναυτικών
των αστών
των τσοπάνηδων
των γεωργών
των καλλιεργητών του Καλικριού
των Κοχυλιανών (ανειδίκευτων εργατών και παραγιών)
των κοναξήδων
των ψαράδων του Μώλου
των ψαράδων της Λιναριάς
Η ταξική διάκριση, εκφραζόμενη από τον τρόπο ένδυσης, μας δίνει την εξής εικόνα των ενδυμασιών:
Οι φορεσιές της άρχουσας τάξης διακρίνονταν για τη πολυτέλειά τους, για την υψηλή αισθητική και την απόσταση που τις χώριζε από των άλλων τάξεων.
Η ανδρική, αποτελούμενη από μεταξωτό λευκό πουκάμισο, μακριά με πολλές πτυχές βράκα, μεταξωτό μακρύ ζωνάρι με ζωηρά συνήθως χρώματα, μεταξωτό σακάκι, το “μεντενέ”, κόκκινο φέσι με μακριά φούντα, πλεχτές κάλτσες και παπούτσια παντοφλέ. Το χειμώνα ο μεντενές ήταν μάλλινος, και φορούσαν από πάνω μακρύ μανδύα διακοσμημένο με γούνα. Στο ζωνάρι συνήθως φύλαγαν το “καλαμάρι” και την οικογενειακή σφραγίδα τους. Η φορεσιά αυτή σήμερα φυλάσσεται στο μουσείο και ανήκε στα μέλη της οικογένειας Φαλτάϊτς, πριν υιοθετήσουν τα Ευρωπαϊκά στα τέλη του 19ου αιώνα.
Η αντίστοιχη των γυναικών της άρχουσας τάξης, η μεν νυφική διακρίνεται για το χρυσοΰφαντο του κυρίως φορέματος, γι αυτό αποκαλείται και “χρυσή”, τα βαρύτιμα κεντήματα στα δυο πουκάμισα, το πράσινο και το κόκκινο που φορούσε η νύφη, για τα κοσμήματα και τις βαριές πόρπες που τη συνοδεύουν, τον ολομέταξο “φτα”, τα “καλλίγια” φτιαγμένα από δαμασκηνό δέρμα, τις ολοπλούμιστες πλεχτές λευκές κάλτσες.
Εξαίρετο δείγμα της φορεσιάς αυτής αποτελεί η φυλασσόμενη στο μουσείο κειμήλιο, επίσης, της οικογένειας Φαλτάϊτς.
Ακόμη, στις βιτρίνες του μουσείου φυλάσσονται οι μοναδικής αισθητικής φορεσιές των τσοπάνηδων με τη μπλε βράκα, το ολοκέντητο με την “αρατζιδέλα” λευκό μεταξωτό πουκάμισο, το μεταξωτό ή λινό “γιανελί” με την ολοκέντητη διακόσμηση και τα χαρακτηριστικά πλεχτά κουμπάκια, το γερανιό με τις “μπιμπίλες” μαντήλι στο κεφάλι, τον ολοπλούμιστο μάλλινο τροβά, τις λευκές μάλλινες τροχαδόκαλτσες, τα φτιαγμένα από τους ίδιους τους τσοπάνηδες μοναδικά σανδάλια, τα “τροχάδια”, το φαντό ζωνάρι με τα κρόσια στη μέση, το πλουμισμένο από τους ίδιους στραβοράβδι.
Στην κατηγορία αυτήν οι φορεσιές στο μουσείο είναι πολλές και ποικίλες. Αντίστοιχη, γιορτινή της τσοπάνισσας είναι η φορεσιά με το “γκουτνί”, από τον χρωματιστό ποδόγυρο που την διακρίνει. Το φουστάνι είναι μπλε βαμβακερό, κολλαριστό, το πουκάμισο μεταξωτό, λινό η βαμβακερό λευκό με πολύχρωμη διακόσμηση στην τεχνοτροπία των “γραφτών” κεντημάτων, ο “μεντενές” σατέν ή τσόχινος, οι κάλτσες λευκές πλουμιστές, οι “κντόρες” βελουδένιες χρυσοκέντητες, δίνουν ξεχωριστή χάρη στη φορεσιά. Και η κατηγορία αυτή αντιπροσωπεύεται με εξαιρετική ποικιλία στο μουσείο.
Στην κατηγορία των γυναικείων φορεσιών, και σε μια μεταβατική περίοδο κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, υιοθετήθηκε η φορεσιά της Κύμης, με το μαύρο κολλαριστό φουστάνι, το λευκό μεταξωτό πουκάμισο, τις λευκές πλεχτές κάλτσες, τις πλουμιστές δερμάτινες κντόρες, το κίτρινο Κουμιώτικο μαντήλι στο κεφάλι με τις πλεχτές μπιμπίλες, τα ασημένια κλειδωτήρια στη μέση.
Η φορεσιά αυτή αντιπροσωπεύεται, επίσης στο μουσείο, δίνοντας το μέτρο της τάσης για αστικοποίηση των Σκυριανών γυναικών.
Η στολή των γεωργών, με τη μπλε βράκα, το σκούρο πουκάμισο, το βελούδινο μαύρο ή κόκκινο γιλέκο, τις μαύρες τροχαδόκαλτσες, τα τροχάδια ίδια με των τσοπάνηδων, το σκούρο κολλαριστό ζωνάρι, το μαύρο βελούδινο σκούφο, τον πλουμιστό τροβά το πλουμισμένο στραβοράβδι. Από τις φορεσιές των άλλων τάξεων πολύ λίγα στοιχεία έχουν διασωθεί κι αυτό κυρίως όσον αφορά τους ναυτικούς και τους αστούς που είχαν συγκεκριμένο ενδυματολογικό τύπο. Από τις υπόλοιπες τάξεις, αυτή των Κοχυλιανών, των Καλλικριωτών, των Κοναξήδων, ντύνονταν με ανάλογες παραλλαγές των τάξεων που συνεργάζονταν, των τσοπάνηδων, δηλαδή και των γεωργών, χωρίς, όμως να φροντίζουν το τυπικό της φορεσιάς τους. Όσον αφορά, τώρα, τους ψαράδες του Μώλου και της Λιναριάς δεν υπήρχε κάποιος ενδυματολογικός τύπος που να τους χαρακτηρίζει. Για τους λόγους τούτους μόνο κάποια εξαρτήματα των φορεσιών τους έχουν διασωθεί και φυλάσσονται στο μουσείο.
Ξεχωριστή κατηγορία αποτελούν τα εξαρτήματα της καλής φορεσιάς των μωρών και των μικρών παιδιών με τα εξής είδη:
Το βαρύ κόκκινο μεταξωτό κεντημένο πουκάμισο με την βελούδινη χρυσοκεντημένη ζώνη και τα ασημένια κλειδωτήρια, τις ασημένιες “κρέμασες” με τα φυλαχτά επάνω, τον ολοκέντητο μαχραμά για το στολισμό του κεφαλιού τους, τις τόσο σπάνιες και ιδιόμορφες συλλογές τα “τσεμπεράκια”, τους ξεχωριστής χάρης και τέχνης κεφαλόδεσμους με τα αντιβασκανικά σύμβολα κεντημένα επάνω, είτε με χρυσόνημα, είτε με την τεχνική των “γραφτών” με πολύχρωμες κλωστές.

Πηγή

Γράψτε το σχόλιό σας.