Τα καλικαντζαρούδια ή παγανά, είναι κάτι αλλόκοτα πράματα που βγαίνουν το Δωδεκαήμερο. Δεν έχουν τίποτα το σωστό επάνω τους.

Έχουνε ουρά, μια μύτη ζούφια, είναι κοκαλιάρικα, μαύρα. Βγαίνουν αποβραδίς και φεύγουν με το λάλημα του πετεινού.
Έριχναν στις σκεπές των σπιτιών κλαδιά από κέδρο, από τις παραμονές των Χριστουγέννων και τα βράδια στο τζάκι, έκαιγαν επίσης μερικά κλαδιά από κέδρο, για να μην πλησιάζουν τα παγανά.
Δεν άφηναν τις βαρέλες νερού, έξω στα πεζούλια γιατί, λέγανε, τις μαγάριζαν τα παγανά.
Δεν άφηναν βλάρι στον αργαλειό το Δωδεκαήμερο, γιατί βροντούσαν όλη τη νύχτα το ξυλόχτενο τα καλικαντζαρούδια..
Δεν άφηναν ρούχα έξω γιατί τα μαγάριζαν τα καλικαντζαρούδια. Καίγανε παλιοπάπουτσα και τα πετούσαν στην αυλή να μυρίζουν, να μη πλησιάζουν τα καλικαντζαρούδια.
Βάζανε κόσκινο ή σήτα στο παραθύρι να μετράνε τα παγανά τις τρύπες. Κι όσο να τελειώσουν το μέτρημα, λάλαγαν τα κοκόρια.
Τα παγανά φεύγουν με θυμίαμα, με φωτιά, με σταυρό, με το “Πιστεύω” και το “Πάτερ Ημών”.
Δεν γνέθουν οι νοικοκυρές γιατί τους παίρνουν τη ρόκα τα παγανά.
Δεν κόβουν ξύλα από κουφαλιάρικα δέντρα, γιατί μπορεί να πέσουν πάνω στα παιδιά των καλικάντζαρων. Και τότε τους στρώνουν στο ξύλο και τους πετούν στο ρέμα τα «παγανά».
Δε λούζονταν εκτός από τις τρεις παραμονές Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και Φώτων, γιατί θα τους έπαιρναν τα μυαλά τα καλικαντζαρούδια.
Δεν πετούσαν τη στάχτη από το τζάκι έξω. Τη μάζευαν στο σταχτολόγο.
Την παραμονή των Χριστουγέννων oι νοικοκυρές ζύμωναν και έψηναν ψωμί καθάριο ή ανεβατό για τις γιορτές.
Έφτιαχναν λειτουργιές για την εκκλησία.
Κουλούρες ή Χριστόψωμα. Την κουλούρα για τα ζώα, «την κατσικοκούλουρα» την κεντούσαν με “βελαντζιούρες” (κελύφη βελανιδιών) ή με φλιτζάνι, για να κάνουν θηλυκά τα πρά¬ματα (αρνάδες, κατσικάδες, μόσχες, φοράδες) και να έχουν έτσι προκοπή. Το κέντημα αυτό σταυρωτά το λέγανε και “σφράγισμα με βελαντζιούρες” ή “σφράγισμα με φλιτζάνι”.
Το βράδυ της Παραμονής φτιάχνανε «τα σπάργανα του Χριστού» (τηγανίτες χωρίς λάδι, με ζυμάρι, ψημένες στην πλάκα και βουτηγμένες στο μελόνερο ή ζαχαρόνερο).
Ανήμερα των Χριστουγέννων:
Πρωί συνήθως, των Χριστουγέννων προτιμούσαν να μπει θηλυκό (γυναίκα, κορίτσι) στο σπίτι, για να έχουν προκοπή τα πράματα (ζώα).
Έμπαινε στο σπίτι ένας γείτονας με μια κλάρα χλωρή (τούφας-τσιοπόρας με θηλυκή ονομασία). Την έριχνε στη φωτιά στο τζάκι και καθώς “πρατσάλαε” έκανε “πρατς-προυτς”, έλεγε: “Άιντε, αρνάδες, κατσικάδες, μόσχες, φοράδες και σερκά παιδιά οι νιφάδες”.
Το τάισμα της βρύσης: Τα ξημερώματα της ημέρας των Χριστουγέννων, αδειάζανε όλα τα δοχεία που περιείχαν νερό στο σπίτι και μια από τις γυναίκες του σπιτιού (συνήθως νεαρή) πήγαινε να φέρει νερό από τη βρύση. Στο δρόμο όταν πήγαινε και όταν γύριζε από την βρύση, παρέμεινε αμίλητη.
Γι΄ αυτό το λόγο το νερό αυτό ονομάζονταν και αμίλητο ή άχραντο. Εκτός από τη στάμνα η γυναίκα που θα έφερνε το νερό, είχε μαζί της και διάφορα φαγώσιμα
όπως μέλι, βούτυρο, σιτάρι, τυρί, κ.α. Αυτά τα τρόφιμα τα άφηνε στην βρύση (την τάιζε) πριν γεμίσει τη στάμνα της με νερό.
Κατά την διάρκεια του γεμίσματος της στάμνας η γυναίκα έκανε διάφορες ευχές, παραμένοντας πάντα αμίλητη.
Όταν επέστρεφε στο σπίτι και αφού έπιναν όλοι από το αμίλητο νερό, ράντιζε με αυτό το σπίτι. Οι Χρηστάδες και οι Μανώληδες γιόρταζαν τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων.
Τ΄Αι Βασιλειού φτιάνανε κουλούρια τρύπια στη μέση και τα κρεμούσαν στα κέρατα γιδιών, γελαδιών, για να γεννήσουν θηλυκά.
Από την Πρωτοχρονιάτικη πίτα χωρίζουν κομμάτι και για τα πράματα (γίδια, πρόβατα, γελάδια κ.λπ.).
Του Σταυρού (5 Γενάρη):
Μάζευαν τη στάχτη από το σταχτολόγο (χώρο τζακιού) και τη σκόρπιζαν στον κήπο, το αμπέλι, τα κλαριά, κλπ για να έχουν προκοπή.
Περνούσε ο παπάς και ράντιζε τα σπίτια για αγιασμό.
Μόλις πέσουν οι Σταυροί στο νερό, φεύγουν τα καλκαντζούρια.
Τα Φώτα
Από κάθε σπίτι πηγαίνουν νερό στην εκκλησιά μέσα σε δοχείο-μπουκάλι, μαστραπά, μικρό τσουκάλι, χωρίς καπάκι πάντα, «να αγιαστεί».
Το λένε «αγίασμα» ή «φωτονέρι» ή «αγιονέρι».
Από το «Αγίασμα» πίνουν στο σπίτι μια γουλιά, ραντίζουν τα μαντριά, τον κήπο, τα κλαριά. Κρατούν λίγο και το φυλάνε στο εικόνισμα ως τα επόμενα φώτα για ξεμάτιασμα, για πόνο στ’ αυτιά κλπ.. Το παλιό «αγιονέρι» το χύνουν σε απάτητο μέρος.





