facebook twitter youtube googleplus
on/off

Δ. ΚάσουΒιβλία: Παραμύθι-Το γάβου-γάβου

Μια φορά κι ένα ζαμάνι

είχαν Τούρκοι ραμαζάνι.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γριά κι είχε μια κόρη, κι ένας γέρος, χηρευάμενος, κι είχε κι αυτός μια κόρη. Λέει λοιπόν ο γέρος: «Να παντρευτούμε, να προσέχεις εσύ τα κορίτσια».

Και παντρεύτηκαν. Ο γέρος πήγαινε κάθε μέρα στο μεροκάματο και πριν φύγει, έλεγε της γριάς:

«Να την προσέχεις την κόρη μου, να μην τη βγάλεις έξω. Θέλω να την έχεις μέσα στο σπίτι, όπως έχεις και τη δική σου. Μη τυχόν κι έρθω και λείπει, γιατί θα χωρίσουμε».

«Όπως θέλεις», του έλεγε η γριά.

Αυτή όμως τι έκανε; Σηκωνόταν το πρωί, ετοίμαζε την κόρη της κι έστελνε του γέρου την κόρη να βλέπει* τα βούδια.

Η κορούλα όμως στενοχωριότανε κι έλεγε μέσα της: «Κοίτα να δεις, δεν έπρεπε να ’μαι  κι εγώ στο σπίτι με την κόρη της, να κεντάμε, να κουβεντιάζουμε, μόνο να στέλνει εμένα να βλέπω τα βούδια; Αν ήταν να ζει η μάνα μου, δε θα μ’ έστελνε…»

Μια μέρα, εκεί που καθότανε, την έπιασε το παράπονο κι έκλαιγε. Ξαφνικά βλέπει ένα γέρο, που ερχότανε από ψηλά και κατέβαινε κάτω. Πάει κοντά της και της λέει:

«Ώρα καλή, κόρη μου».

«Καλώς το γέρο».

«Τι κάνεις εδώ, παιδί μου; γιατί κλαις;»

«Γιατί κλαίω; Είναι να μην κλαίω, που πέθανε η μάνα μου, ξαναπαντρεύτηκε ο πατέρας μου κι η παραμάνα μου με στέλνει να βλέπω τα βούδια;»

«Μην κλαις, κόρη μου, και μη στενοχωριέσαι, δεν πειράζει, να προστατευτείς θέλεις κι εσύ. Θα γυρίσεις στο σπίτι σου και δε θα βλέπεις πια τα βούδια. Πως θα ’θελα όμως, κορούλα μου, να ξαπλώσω πάνω στα πόδια σου, να με ψειρίσεις!»

«Έλα, γέρο», του λέει η κόρη.

Ο γέρος όμως είδε ότι είχε βγάλει λίγο ψωμάκι από το καλαθάκι της κι ετοιμαζότανε να το φάει, και της λέει:

«Φάε δα τώρα το ψωμί σου, κι ύστερα έρχομαι».

«Όχι, έλα πρώτα να σε ψειρίσω κι ύστερα τρώω».

Ξάπλωσε λοιπόν πάνω στα πόδια της ο γέρος, τον ψείριζε κι έβγαζε στο νύχι του μεγάλου της δάχτυλου την ψείρα και την έσπαγε με το νύχι του άλλου της δάχτυλου.

Τη ρωτάει τότε ο γέρος:

«Τι είναι που τσακίζεις εκεί, κόρη μου;»

Κι η κόρη του λέει: «Χρυσοκόνιδες».

«Τι είναι που τσακίζεις εκεί;» την ξαναρωτάει μετά.

«Χρυσόψειρες».

 Διαβάστε περισσότερα…

Γράψτε το σχόλιό σας.