facebook twitter youtube googleplus
on/off

Δ. ΚάσουΒιβλία: Παραμύθι-Η χρυσοπίγουνη

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα.

Καλώς την άσπρη περιστέρα.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γυναίκα κι είχε τρεις κόρες.

Αναγκεμένοι άνθρωποι ήταν, ξενοδούλευαν, κι η μάνα κι οι κόρες ξενυχτούσαν με το λύχνο κι έκαναν τη δουλειά τους.

Ο βασιλέας όμως έβγαλε μια διαταγή, κανένας το βράδυ να μην ανάβει φως στο σπίτι του.

«Και τώρα», λέει η μάνα, «τι να κάνουμε; Να κάνουμε ένα φούρνο και ν’ ανάβουμε μέσα το λύχνο και να δουλεύουμε».

Έκαναν λοιπόν το φούρνο, έμπαιναν μέσα, άναβαν το λύχνο, κι η μια έκλωθε, η άλλη έπλεκε, έκαναν τέλος πάντων τις δουλειές τους. Εκεί λοιπόν που δούλευαν, κουβέντιαζαν κιόλας η μάνα με τις κόρες.

Μια φορά λέει η πρωτοκόρη:

«Θέλετε να πούμε ποιον θέλει η κάθε μια να παντρευτεί; Να, εγώ θέλω να παντρευτώ το μάγειρα του βασιλέα, να τρώω καλά φαγιά, γιατί δεν την αντέχω την πείνα».

Λέει κι η δεύτερη:

«Εγώ θέλω να παντρευτώ το φούρναρη του βασιλέα, να τρώω κάθε μέρα ζεστά ψωμιά».

Λέει κι η μικρή:

«Ιιι, κακομοίρες μου, σαν είναι να πεθυμήσετε γαμπρό, γιατί να μην πεθυμήσετε το βασιλέα; Εγώ θα ήθελα να πάρω τον ίδιο το βασιλέα».

«Το βασιλέα;» απόρησαν οι αδελφές της.

«Ναι, το βασιλέα», λέει η μικρή, «και να του κάμω παιδιά χρυσοπίγουνα, χρυσοστράγαλα και με το χρυσό φεγγίτη στο κούτελο».

«Κι είσαι, κακομοίρα, άξια να τα κάμεις;»

«Είμαι άξια, πώς δεν είμαι;»

Στο μεταξύ όμως, απ’ έξω από το φούρνο, περνούσε ένας σκοπός, είδε το φως κι ήθελε να βάλει πρόστιμο στη γριά. Άκουσε και τις κουβέντες τους και πάει στο βασιλέα και του λέει:

«Αφέντη βασιλέα, κανείς δεν είχε φως, παρά μόνο μια γριά με τις κόρες της καθόντουσαν μέσα σ’ ένα φούρνο κι είχαν αναμμένο ένα λύχνο και κουβέντιαζαν κιόλας κι έλεγαν αυτά κι αυτά».

«Αλήθεια; Εγώ λοιπόν θα τις καλέσω κι αν λες ψέματα, ξια* σου», λέει ο βασιλιάς.

«Κάλεσέ τις και θα δεις!», του λέει ο φρουρός.

Καλεί λοιπόν στο γραφείο του ο βασιλέας τη γριά και τις κόρες της.

Η κακομοίρα η γριά, μόλις άκουσε πως τις θέλει ο βασιλέας, φοβήθηκε και λέει: «Μας είδαν, φαίνεται, που είχαμε φως και τώρα θα μας βάλουν πρόστιμο».

Τι να κάνει όμως; Μπορούσε να μην πάει; Παίρνει λοιπόν τις κόρες της και πάει στο παλάτι.

Διαβάστε περισσότερα…

Γράψτε το σχόλιό σας.