Μια φορά κι έναν καιρόν ήταν ένας βασιλιάς και είχε μια μοναχοκόρη, που της είχε χτισμένο ένα πύργο ψηλό και θεόρατο,στην εξοχή, δίχως πόρτα κι αλτάνα, δίχως σκάλα, μόνο μ’ ένα παράθυρο, πολύ ψηλά. Εκεί μέσα είχε την κόρη του με τη δασκάλα της, που της μάθαινε γράμματα και κεντήματα, μαζί με μια φιλενάδα της, παπαδοπούλα.
Η παπαδοπούλα αυτή, ήταν πάρα πολύ έμπιστη κι αγαπημένη της βασιλοπούλας, από μικρή, και γι’ αυτό την είχε πάντα κοντά της. Ήταν μια κοπελούδα, πάρα πολύ όμορφη, έξυπνη και με πολλές χάρες κι ο βασιλιάς δεν την ξεχώριζε από την κόρη του.
Κάθε μέρα, έβλεπε η παπαδοπούλα, απέναντι από τον πύργο τους μια φωτιά, που φαινότανε πολύ μακριά, σ’ έναν έρημο τόπο, και σκεφτόταν να πάει να δει τι ήταν εκεί.
Ύστερα από κάμποσες μέρες λοιπόν, λέει της βασιλοπούλας:
«Αντίπερα, εκεί μακριά στα γυμνά βουνά, τα άγρια, φαίνεται κάθε μέρα μια μεγάλη φωτιά, και θέλω να πάω να δω τι είναι».
«Α, κακό που έπαθα!» λέει η βασιλοπούλα, «κάτσε εδώ που κάθεσαι και μη σε τρώει η μύτη σου».
«Με τρώει η δεξιά μου φούχτα και θά βρω εκεί βιος να πάρω», λέει η παπαδοπούλα.
«Μα τι λες; Κι αν είναι κακοί άνθρωποι;»
«Πειρατές να είναι ή δράκοντες είμαι άξια να πάρω το βιος τους και νά’ρθω».
«Δεν είναι σωστό να κάνεις τέτοια κακή πράξη», της λέει πάλι η βασιλοπούλα, που δεν ήθελε, με κανένα τρόπο, να την αφήσει να πάει.
Αλλά η παπαδοπούλα βρίσκει ένα χοντρό σκοινί, δένει κόμπους, κι ένα πρωί έγινε άφαντη από τον πύργο.
Με το κομπάτο σκοινί εκείνο κατεβαίνει από το παραθύρι, το κρύβει, παίρνει δρόμο και κάποτε φτάνει στον τόπο εκείνο, που ήταν η φωτιά. Κοιτάζει καλά καλά και βλέπει μια σπηλιά κι ένα δράκοντα στην πόρτα της. Ο δράκοντας μυρίζεται την ανθρωπινή μυρωδιά και τουρλώνει τ’ αυτιά του. Η παπαδοπούλα, τον κατάλαβε και προλαβαίνει και τον γλυκοκαλημερίζει με τσακίσματα μαγευτικά κι ο δράκοντας αποχάζεψε να κοιτάζει την ομορφιά της. Τότε εκείνη, σα μάγισσα καμωματού, του γλυκοφωνάζει:
«Καλέ μου Κουδούμεντα*, εγώ για σένα και την αγάπη σου, κατάσπασα τα ποδάρια μου κι ήρθα, κι η αγάπη σου δε μ’ άφησε ούτε να σκεφτώ, αν έκαμα καλά που ήρθα».
Ο αγαθούλης πίστεψε στα λόγια της και την κάλεσε να πάει πιο κοντά. Και τότε του λέει πάλι εκείνη:
«Άχου, καλέ μου, Κουδούμεντα, δεν ξέρω αν έχεις και συντρόφους άλλους εδώ αλλά εγώ, μάτια μου, μόνο εσένα θέλω και μόνο για σένα ήρθα».
Ο κουταγαθούλης μαγεύτηκε από τα λόγια της και της απάντησε χαρούμενος:
«Όχι, πουλί μου, έχω κι άλλους μα είναι στο κυνήγι».
Δ. ΑστυπάλαιαςΒιβλία: Παραμύθι-Η παπαδοπούλα
Γράψτε το σχόλιό σας.





