facebook twitter youtube googleplus
on/off

Δ. ΡόδουΒιβλία: Παραμύθι-Η Ασπροζαχαρένη

Εκείνον τον καιρό ήταν ένας βασιλιάς κι είχε τρεις κόρες. Αυτός λοιπόν,    από τότε που γεννήθηκαν οι κόρες του, έβαλε τρεις φωτογραφίες τους έξω από το παλάτι.

Μια φορά ήρθε ένα βασιλόπουλο από την Πόλη και σεργιάνιζε τη Ρόδο. Εκεί που περπατούσε πέρασε κι απ’ το παλάτι και είδε τις φωτογραφίες. Εκεί, στο δρόμο, ήτανε και μια γειτόνισσα και τη ρωτάει:   «Τι είναι αυτές οι φωτογραφίες, που κρέμονται στην πόρτα του βασιλιά;»

«Είναι οι κόρες του βασιλιά που, από τότε που γεννήθηκαν, τις φωτογράφισε και τις έβαλε εκεί», του λέει η γειτόνισσα.

Τις βλέπει καλά – καλά το βασιλόπουλο και του άρεσε η μεγάλη. Στέλνει λοιπόν προξενητή στο βασιλιά και του ζητάει την κόρη σε γάμο.

«Να το δω κι εγώ το βασιλόπουλο κι αν μου αρέσει, να δώσουμε λόγο», λέει ο βασιλιάς.

Το είδε λοιπόν, καλοντυμένο, όμορφο, βασιλόπουλο πια ήταν, και λέει πως τον θέλει για γαμπρό του και πως είναι ώρα να τελειώσουνε τις προξενιές.

Τελείωσαν τις προξενιές κι αποφάσισαν να γίνουν οι γάμοι, ας πούμε μια Κυριακή.

Έγιναν οι γάμοι και κράτησαν τα γλέντια σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες.

Μετά, έμεινε ο γαμπρός κι η νύφη μοναχοί. Κατά τα μεσάνυχτα, ανοίγει το θεμέλιο και βγαίνει ένας μεγάλος σκύλος και λέει στο βασιλόπουλο:

«Θέλεις μήλο; Πάρε. Θέλεις κυδώνι; Πάρε. Την Ασπροζαχαρένη δεν θα την αγγίξει κανένας!» Έκλεισε πάλι το θεμέλιο και χάθηκε ο σκύλος.

Ξημερώνει η μέρα, βγαίνει το βασιλόπουλο, κάθεται στο μπαλκόνι, πιάνει ένα βιβλίο και διάβαζε. Εκείνη την ώρα, πάει η βασίλισσα με το βασιλιά να δούνε τι κάνει το ζευγάρι.

«Καλημέρα», λένε στον γαμπρό, «τι χαμπάρια; Είσαι καλά;»                                                Το βασιλόπουλο δεν ήθελε να πει στο βασιλιά για το σκύλο, κι αφού σκέφτηκε λιγάκι, γυρίζει και του λέει:

«Τι να σου πω, αφέντη βασιλέα… σαν έφυγα από τον τόπο μου, ο πατέρας μου και η μητέρα μου, μου έδωσαν μια παραγγελιά μα εγώ την ξέχασα. Χτες το βράδυ τη θυμήθηκα κι είμαι να σκάσω από τη στενοχώρια μου. Μου είπαν: “Κοίτα, γιε μας, τώρα που θα πας στη Ρόδο, να μην παντρευτείς, κι αν παντρευτείς πρωτοκόρη να μην πάρεις!” Mα πάλι, εγώ δε θέλω να σας λυπήσω, δε μου έρχεται καλά, ένα βασιλόπουλο να σας γελάσω. Αν θέλετε, να πάρω τη δεύτερή σας κόρη και να μείνω στο βασίλειό σας».

Ο Βασιλιάς, στενοχωρήθηκε αλλά, για να μη χάσει το γαμπρό, του λέει:

«Ευχαρίστως, παιδί μου, να σου δώσω τη δεύτερή μου κόρη».

Τους πάντρεψαν λοιπόν, και τέλειωσαν κι αυτοί οι γάμοι και τα γλέντια.

Σε λίγο καιρό έρχεται ένα άλλο βασιλόπουλο, βλέπει τις φωτογραφίες και του άρεσε κι αυτουνού η μεγάλη. Δε χάνει καιρό και στέλνει αμέσως προξενιά.

 

Διαβάστε περισσότερα…

Γράψτε το σχόλιό σας.