Η τοποθεσία αυτή, κατά την αρχαιότητα, παρείχε στους κατοίκους του Παλιόκαστρου δύο εκμεταλλεύσιμα πλεονεκτήματα υψίστης στρατηγικής σημασίας: υψομετρική υπεροχή και γειτνίαση με τον Αχελώο ποταμό. Από τη θέση αυτή, το οχυρό έλεγχε εποπτεύοντας τον Αχελώο και ολόκληρη την παραχελωίτιδα ζώνη μεταξύ της κοίτης του ποταμού, τις πεδιάδας της Στράτου και των αντερεισμάτων των Ακαρνανικών όρεων.
Ο Αχελώος αποτελούσε -και αποτελεί και σήμερα- πλουτοπαραγωγική δύναμη για την περιοχή. Μέχρι πρόσφατα, το ποτάμι πλημμύριζε το μεγαλύτερο διάστημα του χειμώνα και οι πλημμύρες του μετέφερναν, από τις υψηλότερες προς τις χαμηλότερες περιοχές, πρόσθετα διαβρωτικά ιζήματα -στρώματα ιλύος και άμμου- που καθιστούσαν εύφορη την προσχωσιγενή πεδιάδα.
Η κοιλάδα του Αχελώου υπήρξε ιδανική θέση για πολλούς προϊστορικούς καταυλισμούς, επειδή η εξάρτηση του ανθρώπου από το νερό δεν ήταν θέμα επιλογής αλλά και ζήτημα ανάγκης. Γιατί στους παραποτάμιους οικισμούς αναπτύσσονταν τρόποι επικοινωνίας μέσω του ποταμού και γρήγορη διάδοση των πολιτισμικών στοιχείων.
Η κοίτη του Αχελώου υπήρξε, όπως μας πληροφορούν οι αρχαίες πηγές, το φυσικό όριο της επικράτειας των Ακαρνάνων και της χώρας των Αιτωλών:
“Αιτωλοί και Ακαρνάνες ομορούσιν αλλήλοις, μέσον έχοντες τον Αχελώον ποταμόν” Στράβων, Γεωγραφικά ΙΙ,1
Και αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία, εάν λάβουμε υπόψη μας ότι στο παρελθόν η κοίτη του ποταμού δεν ήταν σταθερή και οι σχέσεις των δύο γειτονικών εθνών, σε όλη την περίοδο της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, υπήρξαν κάθε άλλο παρά φιλικές.
Η γειτνίαση της περιοχής με τον Αχελώο υπήρξε επίσης πλεονέκτημα, επειδή ο ποταμός είναι διαβατός μόνον σε ένα σημείο και εκεί – κυρίως το χειμώνα – με μεγάλη δυσκολία. Η διάβαση αυτή γνωστής σήμερα ως “Πόρος” ή “Περαταριά της Ρίγανης”, ήταν σε χρήση ακόμα έως τις μέρες μας, και αποτελούσε τη γέφυρα από όπου περνούσε η μεσόγεια οδική αρτηρία, που ένωνε την ενδοχώρα της Ακαρνανίας με την Αιτωλία και την Ήπειρο με την Πελοπόννησο.
Οι διαβάσεις αυτού του είδους, κατά την αρχαιότητα, υπήρξαν βασικοί παράγοντες όχι μόνο του συγκοινωνιακού αλλά και του αμυντικού συστήματος και γι’ αυτό οι κάτοικοι της περιοχής τις έλεγχαν με φρούρια και σταθμούς, προστατεύοντας συγχρόνως και τα γειτονικά πληθυσμιακά κέντρα.
Το Κόκκινο Στεφάνι, ελάχιστα απέχει από το κομβικό σημείο του μοναδικού αυτού περάσματος και λόγω της θέσης του , είχε τον πλήρη έλεγχό τους. Στην αντίπερα όχθη της αιτωλικής επικράτειας, αντίστοιχη ακριβώς θέση κατείχε η αρχαία Κωνώπη (το σημερινό Αγγελόκαστρο), για την οποία ο αρχαίος γεωγράφος Στράβων (Γεωγραφικά Χ, 2.22) σημειώνει:
“ευφυώς επικειμένη πως τη του Αχελώου διαβάσει”.
Το Παλιόκαστρο της Ρίγανης, επομένως, εντάσσεται στη σειρά των ακαρνανικών οχυρώσεων, που επιτηρούσαν την αιτωλοακαρνανική μεθόριο και αποτελούσε το νοτιότερο οχυρό για την άμεση ασφάλεια της πρωτεύουσας του Ακαρνανικού Κοινού, της Στράτου, από την οποία απέχει 13 χιλιόμετρα περίπου.





