facebook twitter youtube googleplus
on/off

ΒυζίκιΑξιοθέατα: Κάστρο της Άκοβας

Σπουδαίο κάποτε κάστρο από το οποίο διασώζονται ελάχιστα μέρη. Βρίσκεται στην Αρκαδία, 3,5 χιλιόμετρα από το Βυζίκι του δήμου Τροπαίων, σε πλάτωμα χαμηλού λόφου, σε δύσβατη περιοχή.
Το Όνομα του Κάστρου

Το όνομα του κάστρου προέρχεται από το λατινικό Άκβα ( Acqua ) λόγω των πολλών υδάτων εκ των πηγών που την περιβάλλουν. Άλλωστε ο ποταμός Λάδωνας είναι πολύ κοντά. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η ονομασία είναι σλαβικής καταγωγής.

Λέγεται επίσης και «Κάστρο της Μονοβύζας» από το θρύλο μιας αμαζόνας που προστάτευε το κάστρο και η οποία -όπως όλες οι αμαζόνες- είχε ένα μαστό.

Λεγόταν και «Κάστρο της Κυράς» από διάφορες κυράδες που συνδέθηκαν με την ιστορία του κάστρου και κυρίως της Μαργαρίτας, κόρης του Βιλλαρδουίνου.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το όνομα που χρησιμοποιούσαν οι πρώτοι Φράγκοι κτήτορες: Mata-Grifon ή Μετάγριφον (από το Mata=φόνος, Grifon= Γαλλικό παρατσούκλι για τους Έλληνες, από το γρύπας που παραπέμπει σε τέρας). Ενδεικτικό του ήθους και της στάσης των νέων κατακτητών.

Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά τα ονόματα, το κάστρο αποκαλείται και κάστρο στην Μεσαρέαν στο Χρονικό του Μορέως.
Ιστορία

Το κάστρο κατασκευάστηκε περί το 1250.

Για πρώτη φορά στη μεσαιωνική ιστορία εμφανίζεται η Άκοβα επί Φραγκοκρατίας. Πιστεύεται όμως ότι προϋπήρχε. Από πρόσφατα ευρήματα εκτιμάται ότι ήταν κέντρο ακμάζουσας πόλης κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους.

Η Άκοβα υπήρξε έδρα μια από τις 12 βαρονίες που ιδρύθηκαν στην Πελοπόννησο μετά την κατάληψή της από τους Φράγκους και την ίδρυση του Πριγκιπάτου της Αχαΐας, το 1205. Η Άκοβα ήταν μια από τις πιο ισχυρές βαρονίες. Ανεκηρύχθη υψηλή βαρονία, με δικαίωμα απονομής της δικαιοσύνης ανεκκλήτως, να κηρύσσει πόλεμο, να διαθέτει φρούριο και έδρα δικής της επισκοπής.

Παραχωρήθηκε με είκοσι τέσσερα ιππικά φέουδα στον Gaultier de Roncheres ή de Roziere, που στο χρονικό του Μορέως ονομάζεται Γιλτιάρης δε Ροζηέρης και Ροζιέρε.

Το χρονικό παρέχει πολλές λεπτομέρειες για την ατελέσφορη προσπάθεια της διαδοχής του Βαλθέρου Ροζιέρου (αδερφού του Γιλτιάρη) από την κόρη του Μαργαρίτα το 1263. Τελικά το κάστρο κατέληξε μετά το θάνατο το 1277 του Γουλιέλμου Βιλεαρδουίνου, ηγεμόνα του Πριγκιπάτου στη δευτερότοκη κόρη του που λεγόταν επίσης Μαργαρίτα.

Η Μαργαρίτα Βιλεαρδουίνου ως Κυρά της Άκοβας πάντρεψε το 1314 την κόρη της Ισαβέλα με τον Φερδινάνδο της Μαγιόρκας τον αρχιστράτηγο των Καταλανών της Σικελίας. Ο γάμος αυτός πρέπει να προκάλεσε αίσθηση την εποχή εκείνη αφενός λόγω της εκπάγλου ομορφιάς της Ισαβέλας και αφετέρου επειδή ένα σπουδαίο κάστρο πέρασε στα χέρια των Καταλανών.

Το 1318 -και ενώ Μαργαρίτα και Ισαβέλα είχαν αποβιώσει- οι Καταλανοί δικαίωσαν την κακή τους φήμη ανάμεσα στους άλλους Φράγκους πουλώντας το κάστρο στους Βυζαντινούς Ανδρόνικο Παλαιολόγο και Ιωάννη Κατακουζηνό (αμφότεροι έγινα αργότερα αυτοκράτορες).

Το 1391 κατά την κάθοδο του Εβρενόζ-Μπέη στην Πελοπόννησο, η Άκοβα κυριεύθηκε από τους Τούρκους. Αργότερα την ξαναπήραν οι Βυζαντινοί του Δεσποτάτου του Μυστρά και επισκεύασαν το κάστρο.

Έκτοτε η Άκοβα εισέρχεται στον κύκλο των θρύλων. Μέχρι την οριστική επικράτηση των Οθωμανών έπαιξε κεντρικό ρόλο στις συρράξεις της ταραγμένης εκείνης περιόδου στις αρχές του 15ου αιώνα. Καταστράφηκε αρκετές φορές και άλλες τόσες ξαναχτίστηκε

Το 1423, ο Τουραχάν-Μπέης πέρασε από αυτήν νικητής και κατά το ταταρομογγολικόν έθιμο, έστησε πυραμίδα με τα κρανία των σφαγιασθέντων.

Το 1452 ,και νέα καταστροφή της Άκοβας σημειώθηκε από τους υιούς του Τουραχάν, Αχμέτ και Ομάρ οι οποίοι έδωσαν πολλές μάχες μέχρι την Λακωνία και την Μεσσηνία, φέρνοντας την καταστροφή και την ερήμωση.

Τελικά το 1458 καταλήφθηκε από τον Μωάμεθ τον Β’ ’τον Πορθητή οπότε και καταστράφηκε ξανά. Από 1500 αποτέλεσε με την περιοχή της τμήμα του Βιλαετιού της Καύίταινας έχοντας καθεστώς αυτονομίας.

Το 1684 καταλήφθηκε από τους Ενετούς και παρέμεινε σε αυτούς με τη συνθήκη του Κάρλοβιτς μέχρι το 1715, οπότε περιήλθε και πάλι στους Τούρκους. Μετά από αυτήν την περίοδο φαίνεται πως άρχισε να μαραζώνει. Η Άκοβα προσαρτήθηκε εκκλησιαστικά στη μητρόπολη Λακεδαίμονος το 1720 και το 1754 ενώθηκε με την πατριαρχική εξαρχία Ζαρνάτας που ανακηρύχθηκε σε Αρχιεπισκοπή.

Κατά την Ελληνική Επανάσταση η Άκοβα υπήρξε ιδιαίτερη στρατιωτική περιφέρεια, η της «Πάνω Μεριάς», δηλαδή της εκείθεν του Λάδωνος Αρκαδίας. Όπως αναφέρει ο ιστορικός Τάκης Χ.Κανδηλώρος (1874-1934) “στρατολογούσαν δε σε αυτήν την περιφέρεια μέχρι τέλους του αγώνα οι αδελφοί Δεληγιανναίοι άνδρας εκλεκτούς και ανδρείους, ουδέποτε μισθοφορήσαντας, αλλά πάντοτε συνεισφέροντας εξ ιδίων σφάγια και τρόφιμα για την επιτυχία του αγώνα”.

Μετά την ίδρυση του Νέου Ελληνικού Κράτους δεν υπάρχουν αναφορές πλέον στην Άκοβα.
Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία

Από το μεγάλο κάποτε κάστρο σώζονται μικρά τμήματα από τον εξωτερικό περίβολό του και από έναν τετραγωνικό πύργο.
Θρύλοι και Παραδόσεις

Σύμφωνα με το θρύλο

το κάστρο φυλασσόταν από μυθική Αμαζόνα η οποία εξέρχετο από μυστική καταπακτή φραγμένη από μεγάλη πλάκα η οποία σώζεται μέχρι σήμερον, φαίνονται δε αποτυπωμένα δήθεν το πέλμα του αλόγου της, το δικό της πέλμα και ο μόνος και μακρός μαστό της, τον οποίο έριχνε υπεράνω του ώμου. Η Αμαζών αυτή αναφέρεται από την λαϊκή παράδοση ως μόνη προμαχούσα επί του φρουρίου, ως άριστη ιππεύτρια οδηγούσε τους πολεμιστές της εναντίον του εχθρού.

Πηγή

Γράψτε το σχόλιό σας.