Θα ήταν αδύνατον να μην ξεκινήσουμε τη γνωριμία μας με μεγάλες μορφές του νησιού, έχοντας ως σημείο αναφοράς τον μεγάλο Νίκο Καζαντζάκη.
Ο Νίκος Καζαντζάκης αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες και ως ο περισσότερο μεταφρασμένος παγκοσμίως. Έγινε ακόμα γνωστότερος μέσω της κινηματογραφικής απόδοσης των έργων του Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και Ο Τελευταίος Πειρασμός.
Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 18 Φεβρουαρίου του 1883, όταν το νησί ήταν ακόμα κτήση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο πατέρας του, Μιχάλης Καζαντζάκης, καταγόταν από το χωριό Βαρβάροι (σημερινή Μυρτιά), και ήταν έμπορος γεωργικών προϊόντων και κρασιού. Η μητέρα του ονομαζόταν Μαρία και ενώ ο Καζαντζάκης είχε και δύο αδελφές. Τελείωσε το τότε εξατάξιο Γυμνάσιο το Ηράκλειο, το 1903, και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ξεκίνησε νομικές σπουδές. Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1906 δημοσιεύοντας το δοκίμιο Η Αρρώστια του Αιώνος και το πρώτο του μυθιστόρημα Όφις και Kρίνο, με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβάμη. Το 1907 ο Καζαντζάκης έφυγε για το Παρίσι όπου και ξεκίνησε μεταπτυχιακές σπουδές. Το 1910 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα και την αμέσως επόμενη χρονιά, το 1911, παντρεύτηκε τη Γαλάτεια Αλεξίου. Με το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, το 1912, κατατάχθηκε εθελοντής αλλά αποσπάστηκε στο γραφείο του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου. Λίγα χρόνια αργότερα πρωτοστάτησε στην κίνηση για την ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου, στα πλαίσια του οποίου συνδέθηκε φιλικά, το 1914, με τον ποιητή Αγγελο Σικελιανό.
Το 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος διόρισε τον Καζαντζάκη Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως με αποστολή τον επαναπατρισμό Ελλήνων από την περιοχή του Καυκάσου. Οι εμπειρίες που αποκόμισε από εκείνη την περίοδο αξιοποιήθηκαν στη συγγραφή του μυθιστορήματος Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται. Τον επόμενο χρόνο και μετά την εκλογική ήττα του κόμματος του Βενιζέλου, ο Καζαντζάκης αποχώρησε από το Υπουργείο Περιθάλψεως και ξεκίνησε μια σειρά ταξιδιών σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Το 1922 επισκέφτηκε τη Βιέννη, όπου ήρθε σε επαφή με το έργο του Φρόυντ και τις βουδιστικές γραφές. Επισκέφτηκε ακόμα τη Γερμανία, ενώ το 1924 έμεινε για τρεις μήνες στην Ιταλία. Την περίοδο 1923-1926, επισκέφθηκε με την ιδιότητα του δημοσιογράφου τη Σοβιετική Ένωση, την Παλαιστίνη, την Κύπρο και την Ισπανία. Τον Οκτώβριο του 1926 μετέβη στη Ρώμη και πήρε συνέντευξη από τον Μπενίτο Μουσολίνι. Την ίδια περίοδο γνώρισε την Ελένη Σαμίου με την οποία έζησε 21 χρόνια χωρίς να έχουν παντρευτεί το 1924. Το διαζύγιό του με την Γαλάτεια εκδόθηκε το 1926.
Τον Αύγουστο του 1924, ο Καζαντζάκης φυλακίστηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, επειδή είχε αναλάβει την πνευματική ηγεσία μιας κομμουνιστικής οργάνωσης δυσαρεστημένων προσφύγων από την Μικρά Ασία. Τον Μάιο του 1927 απομονώθηκε στην Αίγινα με σκοπό την ολοκλήρωση της Οδύσσειας. Τον ίδιο χρόνο ξεκίνησε την ανθολογία των ταξιδιωτικών του άρθρων για την έκδοση του πρώτου τόμου του Ταξιδεύοντας, ενώ το περιοδικό Αναγέννηση, του Δημήτρη Γλυνού, δημοσίευσε την Aσκητική, το φιλοσοφικό του έργο. Τον Οκτώβριο του 1927, ο Καζαντζάκης ταξίδεψε στη Μόσχα προσκεκλημένος από την κυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης, για τον εορτασμό των δέκα χρόνων από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Εκεί γνωρίστηκε με τον Ελληνορουμάνο λογοτέχνη Παναΐτ Ιστράτι, μαζί με τον οποίον επέστρεψε στην Ελλάδα. Τον Ιανουάριο του 1928 στο θέατρο «Αλάμπρα», στην Αθήνα, οι δυο τους μιλάνε εξυμνώντας τη Σοβιετική Ένωση. Τόσο ο Καζαντζάκης όσο και ο συνδιοργανωτής της εκδήλωσης, Δημήτρης Γληνός, διώχθηκαν δικαστικά. Η δίκη ορίσθηκε στις 3 Απριλίου, αναβλήθηκε αρκετές φορές και τελικά δεν έγινε ποτέ. Τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου ο Καζαντζάκης, ξαναβρέθηκε στη Ρωσία, όπου ολοκλήρωσε ένα κινηματογραφικό σενάριο με θέμα τη Ρωσική Επανάσταση. Τον Μάιο του 1929 απομονώθηκε σε ένα αγρόκτημα στην Τσεχοσλοβακία, όπου ολοκλήρωσε στα γαλλικά τα μυθιστορήματα Toda-Raba και Kapetan Elia. Τα έργα αυτά εντάσσονταν στην προσπάθεια του Καζαντζάκη να καταξιωθεί διεθνώς. Το 1930 θα δικαζόταν και πάλι, αυτή τη φορά για αθεϊσμό, εξαιτίας των όσων έγραφε την «Ασκητική». Ωστόσο ούτε αυτή η δίκη πραγματοποιήθηκε ποτέ.
Το 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε εκ νέου στην Αίγινα, όπου ανέλαβε τη συγγραφή ενός γαλλοελληνικού λεξικού και μετέφρασε τη Θεία Κωμωδία του Δάντη. Αργότερα, ταξίδεψε στην Ισπανία ξεκινώντας παράλληλα τη μετάφραση έργων Ισπανών ποιητών. Το 1935 πραγματοποίησε ταξίδι στην Ιαπωνία και την Κίνα εμπλουτίζοντας τα ταξιδιωτικά του κείμενα. Το 1938 ολοκλήρωσε την Οδύσσεια, ένα επικό ποίημα στα πρότυπα της Οδύσσειας του Ομήρου, αποτελούμενο από συνολικά 33.333 στίχους και 24 ραψωδίες ενώ το 1943 ολοκλήρωσε το μυθιστόρημα του Ο βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά.
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, δραστηριοποιήθηκε έντονα στην ελληνική πολιτική ζωή, αναλαμβάνοντας την προεδρία της Σοσιαλιστικής Εργατικής Κίνησης, ενώ διετέλεσε και υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου της κυβέρνησης του Σοφούλη. Παραιτήθηκε από το αξίωμά του μετά από την ένωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Το Μάρτιο του 1945 προσπάθησε να λάβει μια θέση στην Ακαδημία της Αθήνας, αλλά απέτυχε για δύο ψήφους. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου παντρεύεται την Ελένη Σαμίου, στον Άι – Γιώργη τον Καρύτση, με κουμπάρους τον Άγγελο και την Άννα Σικελιανού.
Τρεις φορές προτάθηκε ο Καζαντζάκης για το Βραβείο Νόμπελ. Την πρώτη απ’ την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, της οποίας ήταν πρόεδρος, έχοντας συνυποψήφιό του τον Αγγελο Σικελιανό. Επίσης δυο φορές προτάθηκε, το 1952 και 1953, απ’ τη Νορβηγική Εταιρεία Λογοτεχνών, ποτέ όμως απ’ την Ακαδημία της Αθήνας.
Το 1953 προσβλήθηκε από μία μόλυνση στο μάτι, γεγονός που τον υποχρέωσε να νοσηλευτεί αρχικά στην Ολλανδία και αργότερα στο Παρίσι. Τελικά έχασε την όρασή του από το δεξί μάτι. Ενώ ο Καζαντζάκης είχε επιστρέψει στην Ελλάδα, η Ορθόδοξη Εκκλησία ξεκινούσε τη δίωξή του. Κατηγορήθηκε ως ιερόσυλος, με βάση αποσπάσματα από τον Kαπετάν Mιχάλη και το σύνολο του περιεχομένου του Τελευταίου Πειρασμού, έργο το οποίο δεν είχε ακόμη κυκλοφορήσει στην Ελλάδα. Το 1954 η Ιερά Σύνοδος με έγγραφό της ζητούσε από την κυβέρνηση την απαγόρευση των βιβλίων του Νίκου Καζαντζάκη. Ο ίδιος ο Καζαντζάκης, απαντώντας στις απειλές της εκκλησίας για τον αφορισμό του, έγραψε σε επιστολή του: «Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να ‘ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να ‘στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ». Τελικά η Εκκλησία της Ελλάδος δεν προχώρησε στον αφορισμό του, καθώς ήταν αντίθετος σε κάτι τέτοιο ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας.
Ο Ζορμπάς του Καζαντζάκη, εκδόθηκε στο Παρίσι το 1947 και με την επανέκδοση του, το 1954, βραβεύτηκε, ως το καλύτερο ξένο βιβλίο της χρονιάς. Το 1955, ο Καζαντζάκης σε συνεργασία με τον Κακριδή αυτοχρηματοδότησαν την έκδοση της μετάφρασης της Ιλιάδας, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε τελικά στην Ελλάδα ο Τελευταίος Πειρασμός. Τον επόμενο χρόνο, τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης στη Βιέννη. Επέστρεψε με κλονισμένη την υγεία του προσβληθείς από λευχαιμία. Νοσηλεύτηκε στην Κοπεγχάγη και το Φράιμπουργκ όπου τελικά κατέληξε στις 26 Οκτωβρίου του 1957 σε ηλικία 74 ετών. Η σορός του μεταφέρθηκε στο στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας. Η σύζυγός του ζήτησε από την Εκκλησία της Ελλάδος να τεθεί η σορός του σε λαϊκό προσκύνημα, επιθυμία την οποία ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Θεόκλητος, απέρριψε. Έτσι, η σορός του συγγραφέα μεταφέρθηκε στο Ηράκλειο. Έπειτα από μεγάλη λειτουργία στον Ναό του Αγίου Μηνά, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγενίου, 17 ακόμη ιερέων και χιλιάδων κόσμου, έγινε η ταφή του Νίκου Καζαντζάκη, στην οποία όμως οι ιερείς δεν συμμετείχαν κατόπιν απαγόρευσης του Αρχιεπισκόπου. Η ταφή έγινε στο Μαρτινέγκο, πάνω στα Βενετσάνικα τείχη, διότι η ταφή του σε νεκροταφείο απαγορεύτηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος.
Στον τάφο του Νίκου Καζαντζάκη που βρίσκεται στο Ηράκλειο, στο λόφο Μαρτινέγκο, χαράχθηκε, όπως το θέλησε ο ίδιος, η επιγραφή: Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος.
Ελένη Δ. Μπουχαλάκη






