facebook twitter youtube googleplus
on/off

ΠαλαιομάνιναΛαογραφικά: Χριστουγεννιάτικα έθιμα: Πόρκου ντι Κριστσιούνε

Εκείνο το χριστουγεννιάτικο έθιμο που δημιουργούσε μιαν αλλόκοτη γιορτινή ατμόσφαιρα στο χωριό μας ήταν η σφαγή του οικόσιτου γουρουνιού ή γουρουνιών τα Χριστούγεννα (Πόρκο ντι Κριστσιούνε). Από το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων σε όλο το χωριό ακούγονταν συνεχώς και παντού, σε όλες τις αυλές των σπιτιών και σε όλες τις γειτονιές στο σπαρακτικό σκούξιμο των γουρουνιών, τα οποία τα έσφαζαν ή τα ίδια τα «αφεντικά» τους ή πιο ειδικοί γείτονες ή συγγενείς. Στο χωριό μας υπήρχε κι ένα άλλο έθιμο –δοξασία ή δεισιδαιμονία: Στα γουρούνια των Χριστουγέννων έμπηγαν ένα σιδερικό(μαχαίρι ή πιρούνι) και ψωμί για μην τα «βαρέσει ο ίσκιος» (ξωτικό)!

Σε παλιότερες εποχές το κρέας ήταν κάτι σαν είδος πολυτελείας. Τότε, έτρωγαν κρέας μόνο τις Απόκριες, το Πάσχα και τα Χριστούγεννα. Καθώς όμως οι οικογένειες τότε ήταν πολυπληθείς φρόντιζαν να εξασφαλίσουν και την ανάλογη ποσότητα κρέατος. Αγόραζαν, λοιπόν, κατά το τέλος του καλοκαιριού μικρά γουρούνια, τα οποία τάιζαν μέχρι τα Χριστούγεννα επιδιώκοντας να γίνουν όσο το δυνατόν πιο παχιά. Το εξέτρεφε κάθε οικογένεια στον κήπο ή σε ειδικό μέρος (κουμάσι) στην αυλή με τυρόγαλο (τζέρου – αρχαία ελληνική λέξη!), πίτουρα, βελάνα, καλαμπόκι, καρπουζόφλουδες, πεπονόφλουδες, αποφάγια και άλλα.

Τις παραμονές των Χριστουγέννων οι άνδρες μαζεύονταν και συνεννοούνταν για τις γουρνοχαρές. Ακόνιζαν τα μαχαίρια και τους μπαλτάδες, ενώ οι γυναίκες ετοίμαζαν τις τάβλες, τα ταψιά, τα καζάνια. Το πρωί, παραμονή ή προπαραμονή των Χριστουγέννων έφταναν στο σπίτι οι άνδρες που θα έσφαζαν το γουρούνι. Η νοικοκυρά τους έφτιαχνε καφέ και τους κερνούσε λίγο ούζο. Στη συνέχεια, οι άνδρες αφού έστριβαν τσιγάρο, σκούμπωναν τα μανίκια και τραβούσαν για το κουμάσι. Η νοικοκυρά πιο πέρα, περίμενε με το βραστό νερό για το κεφάλι του γουρουνιού (γουρνοκέφαλο). Ο πιο ψύχραιμος άνδρας έμπαινε μέσα στο κουμάσι με ένα κομμάτι χοντρό σκοινί (τριχιά) και μαζί με τους υπόλοιπους το τραβούσαν έξω από το κουμάσι. Το γουρούνι καταλάβαινε ότι έφτανε το τέλος του και άρχιζε να ουρλιάζει δυνατά μέχρι ωσότου η λάμα του μαχαιριού μπει βαθιά στο λαιμό του και κόψει το νήμα της ζωής του. Σχεδόν την ίδια ώρα ακουγόταν ουρλιαχτά γουρουνιών απ’ όλες τις αυλές των σπιτιών του χωριού.

Μόλις έκοβαν το γουρνοκέφαλο, έβαζαν το σφαγμένο γουρούνι ανάσκελα χάμω κι άρχιζαν το γδάρσιμο, πρώτα από την περιοχή της κοιλιάς. Το λίπος στο μέρος εκείνο το χρησιμοποιούσαν για το παστό (βασιλόξιγκο). Το κάθε γουρούνι έβγαζε δέκα με δεκαπέντε γκάζια λίπος (λίπα, η οποία είναι ομηρική λέξη!). Μετά το γδάρσιμο αφαιρούσαν τα εντόσθια. Ο πιο έμπειρος άνδρας κοιτούσε τη σπλήνα και αποφαινόταν σχετικά. Αν ήταν διογκωμένη, ο χειμώνας θα παρατεινόταν πιθανώς μέχρι τον Μάρτιο. Στην αντίθετη περίπτωση ο χειμώνας θα ήταν κανονικός. Οι άνδρες και οι γυναίκες έπεφταν, κατόπιν, κυριολεκτικά πάνω στο γδαρμένο γουρούνι: άλλος ξεχώριζε το λίπος από το κρέας, άλλος έβγαζε κρέας για τηγανιά (φαγητό φτιαγμένο στο τηγάνι από ψαχνό κρέας, συκώτι, σπλήνα, καρδιά), άλλος καθάριζε τα λουκάνικα, άλλος ταχτοποιούσε το τομάρι ώστε να στεγνώσει και να φτιάξουν τα περίφημα γουρνοτσάρουχα. Όταν τελείωνε ο τεμαχισμός του γουρουνιού γινόταν μια ολιγόωρη παύση. Οι σφάχτες σκούπιζαν τα μαχαίρια, έπλεναν τα χέρια τους με ζεστό νερό και τραβούσαν για το σπίτι ια να φάνε τη νόστιμη τηγανιά ή το κοψίδι που είχε ετοιμάσει η οικοδέσποινα.

Κείμενο: Δημήτρης Στεργίου

Πηγή

Γράψτε το σχόλιό σας.