Κάποιες παλιές Απόκριες στην Κρεμαστή
Απόκριες! Περίοδος κε-φιού, γλεντιού και χαράς, άφθονης οινοποσίας και αρ-τύσιμου φαγητού! Περίοδος προετοιμασίας για τη Μεγά-λη Σαρακοστή! Περίοδος ανα-βίωσης αρχαίων διονυσιακών εθίμων, νησίδα παγανισμού, χαλάρωσης των αυστηρών ηθών, απενοχοποίησης της ξέφρενης διασκέδασης επί τρεις εβδομάδες!Απόκριες, λοιπόν, τότε, αρ-χές της δεκαετίας του 1950, μαζεύτηκαν οι γλεντοκό-ποι στην ταβέρνα του Γιάν-νη Παρδάλη, ο οποίος, με τον επιχειρηματικό οίστρο που τον διέκρινε, απεφάσισε τη διοργάνωση χοροεσπερί-δας! Μάλιστα, κάλεσε από τον Άγιο Δημήτρη τον μπαρ-μπα-Γιάννη το Μοίρα, το θρυ-λικό λαουτιέρη, που, αργότε-ρα, θα ηχογραφήσει ο μελε-τητής του δημοτικού τραγου-διού και της βυζαντινής μου-σικής, Σίμων Καρράς, να δι-ασκεδάσουν περισσότερο οι γλεντοκόποι.Έφτασε η καθορισμένη βραδιά, μαζεύτηκαν οι γλε-ντοκόποι, νέοι οι περισσό-τεροι, στην ταβέρνα. Κάποιοι προσήλθαν μεταμφιεσμένοι, κάποιοι με καλυμμένη την κε-φαλή, ώστε να προκαλέσουν στους συμπότες σε προσπά-θεια μαντέματος! Άρχισε να σερβίρει ο Γιάννης το κρασί σε μπακιρένιες κανάτες, το ψητό σε ξύλινες απλάδες! Πήραν τη θέση τους οι μουσικοί, με προεξάρχοντα τον μπαρμπα-Γιάννη το Μοί-ρα με το λαγούτο του. Η απο-ψινή κομπανία, πέρα από τα παραδοσιακά όργανα της πε-ριοχής, το λαγούτο και το ντα-ούλι, είχε και βιολί και κλα-ρίνο. Ξεκίνησαν οι μουσικοί με τη «Μαρουδιώ», καθιστικό τραγούδι, συνέχισαν με κα-λαματιανά, τσάμικα! Σηκώνο-νται οι παρέες, αφού πρώτα ευφραίνονταν με κρασί, και χόρευαν σε κυκλικούς σχημα-τισμούς, απολαμβάνοντας τη φωνή του τραγουδιστή και το παίξιμο των μουσικών! Άναβε το γλέντι σιγά σιγά! Ένας Λεωνιδιώτης παρήγ-γειλε τσακώνικο και βάλθηκε να μάθει στην Κρεμαστιώτι-κη παρέα του τα βήματα του πολύπλοκου αυτού χορού. Οι εραστές των ρεμπέτικων πα-ρήγγειλαν ζεϊμπέκικα και άρ-χισαν να λικνίζονται στα βή-ματα του νέου –για τα δεδο-μένα του χωριού- χορού! Κα-νείς δεν ζήτησε ευρωπαϊκούς χορούς και τα όργανα ήταν ακατάλληλα και το ύφος του γλεντιού παραδοσιακό και, τέλος πάντων, ποια είναι η χάρη του ταγκό και του βαλς, όταν οι κοπέλες δεν επιτρέ-πεται να πάνε στο καφενείο; Σιγά σιγά, το γλέντι έφτασε στην κορύφωσή του! Το κρα-σί έρεε άφθονο, τα αποκριάτι-κα αστεία και πειράγματα κα-τέληγαν σε βροντώδες γέλιο, όλο και περισσότερες παρέ-ες σηκώνονταν να χορέψουν.Ο μπαρμπα-Γιάννης ο Μοίρας κοιτούσε ευχαρι-στημένος! Του άρεσε η γιορ-τή, όπως εξελισσόταν. Ο Παρ-δάλης διέθετε καλό κρασί και πολύ νόστιμους μεζέδες. Τα άλλα μέλη της κομπανίας συ-ντονίζονταν αρμονικά μαζί του και διέθεταν μελωδικές φωνές. Στο καλαθάκι μπρο-στά του είχε ήδη σχηματι-στεί ένα βουναλάκι από νο-μίσματα – πενταροδεκάρες τα περισσότερα, χωρίς ωστόσο να λείπουν και οι ασημένιες δραχμές. ακόμη και δύο τάλη-ρα του είχαν πετάξει. Ωστό-σο, στη διανομή θα ζητούσε εκείνο το χαρτονόμισμα των αμερικάνικων δολαρίων που κάποιος ομογενής των Η.Π.Α. θα του πέταξε. Έκλεισε τα μά-τια του ευχαριστημένος… Θα επέστρεφε με καλό μεροκά-ματο στην πολυμελή φαμίλια του στον Αϊ Δημήτρη! Έξαφνα, ένιωσε τη φυσι-κή ανάγκη να τον κυριεύει. Σίγουρα, θα έφταιγε το κρα-σί… Σηκώθηκε, λοιπόν, άφη-σε το λαγούτο του στην κα-ρέκλα και βγήκε έξω από το μαγαζί! Προχώρησε λίγο, έλυ-σε τα κουμπιά του παντελο-νιού του και απελευθέρωσε τα υγρά που κατακρατούσε. Αισθάνθηκε ανακουφισμέ-νος… Κουμπώθηκε βιαστικά και γύρισε στην ταβέρνα, κά-θησε στη θέση του και συνέ-χισε να παίζει το λαγούτο του.Δίπλα του, καθόταν ο βιο-λιστής, ο οποίος παρατήρησε ότι ο μπαρπα-Γιάννης, καθώς κουμπωνόταν, είχε εγκλωβί-σει το άκρο του μορίου του μεταξύ δύο κουμπιών. «Ωραία ευκαιρία να πειράξω τον μπαρμπα-Γιάννη», σκέφτη-κε. Κάνει νόημα στους άλλους οργανοπαίχτες ν’ αρχίσουν να παίζουν σε ύφος καλαμα-τιανού και αρχίζει να τρα-γουδά τον αυτοσχέδιο στοί-χο «Μπαρμπα- Γιάννη βάλ’ τη μέσα… Μπαρμπα-Γιάννη βάλ’ τη μέσα», σύμφωνα με το ρυθμό.Οι χορευτές προσήρμοσαν τα βήματα στο μουσικό ρυθ-μό και συνέχισαν να χορεύ-ουν. Οι άλλοι τραγουδούσαν μαζί με το βιολιστή, καθώς και λίγες παρέες από τα τρα-πέζια. Το κρασί τους έκανε να μην καταλαβαίνουν το ακρι-βές νόημα των λόγων, αλλά τους άρεσε ο τόνος που έδω-σε ο βιολιστής.Ο μπαρμπα-Γιάννης έπαι-ζε με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη. Του άρεσε ο βιολιστής. «Πώς να σκέφτηκε, άραγε, το καινούριο τραγούδι που συνέ-θεσε;» σκεφτόταν. «Μήπως τ’ άκουσε στη Σπάρτη;». Ίσως θα έπρεπε να ενισχύσει τη συ-νεργασία του μαζί του! Άρχισε να τραγουδά κι αυτός. «Ωραίος στίχος» σκε-φτόταν… Άξαφνα στην πέ-μπτη επανάληψη ένιωσε να αστράφτει μια αστραπή στο μυαλό του. «Δεν πρόκειται για τραγούδι, αλλά για λόγο που απευθύνεται σε εμένα», συλ-λογίστηκε. «Αλλά τί να βάλω μέσα και πού;». Διακόπτει λίγο το παίξιμό του και σκύ-βει το κεφάλι να συγκεντρω-θεί. Καθώς το έσκυψε, είδε την πηγή έμπνευσης του τρα-γουδιού…Αμέσως, διορθώνει την ατέλεια και ρίχνει μια καρπα-ζιά στο βιολιστή. Γυρίζει κι ο βιολιστής προς τον μπαρμπα-Γιάννη και αρχίζει να γελά! Το γέλιο του μεταδίδεται στον μπαρμπα-Γιάννη που, χαλαρωμένος καθώς είναι από το κρασί, του περνάει στιγμιαία ο θυμός. Στο κάτω κάτω, ήταν ωραία η φάρσα, έστω και αν ήταν εις βάρος του. Το γέλιο του μεταδίδεται και στα υπόλοιπα όργανα που σταματάνε να παίζουν.Οι χορευτές σταματούν απορημένοι… Γιατί να στα-ματήσουν τα όργανα; Γυρί-ζουν προς τους μουσικούς και τους βλέπουν να γελούν με τον μπαρμπα-Γιάννη επι-κεφαλής και παρασύρονται! Παρασύρονται και οι καθιστοί γλεντοκόποι. Περί τους εβδο-μήντα άνδρες γελούν, με γέ-λιο βροντώδες και βαθύ, ταυ-τόχρονα, χωρίς οι περισσό-τερο να γνωρίζουν την αιτία! Το γέλιο των ημιμεθυσμέ-νων γλεντοκόπων βάστηξε περί τα δύο λεπτά. Πρώτοι συ-νήλθαν ο μπαρμπα-Γιάννης και ο βιολιστής και ξανάρ-χισαν το τραγούδι. Κι άρχι-σε πάλι ο χορός των παλικα-ριών, συνεχίστηκε η διακο-πείσα χοροεσπερίδα.Λίγες ώρες πριν από το ξη-μέρωμα, έφυγαν και οι τελευ-ταίοι ευχόμενοι: «Και του χρό-νου!».Έτσι τελείωσε ο αποκριά-τικος χορός του Παρδάλη, το μοναδικό αποκριάτικο γλέ-ντι με τόσο έντονα τα βακχι-κά στοιχεία του φαλλού και του γέλωτος!
Νικόλαος Καλκανη




