facebook twitter youtube googleplus
on/off

M. PatmosBooks: Paramythi-O peteinos me ta ksulena

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια γυναίκα κι είχε και μια κόρη. Ήτανε πάρα πολύ φτωχές και πλέκανε κάλτσες για να ζήσουνε.

Κάθε Σάββατο πηγαίνανε στον τσουραπσή*, του δίνανε τις κάλτσες που είχανε πλέξει κι αυτός τους έδινε άλλο σπάγκο και τον κόπο τους. Με τα γρόσια* αυτά, πήγαινε η γριά στον μπακάλη κι έπαιρνε λίγο καφέ, ζάχαρη, λαδάκι, αλευράκι κι ό,τι άλλο ήθελαν, για να περάσουνε φτωχικά φτωχικά τη βδομάδα τους.

Στην πόλη ήτανε κι ένας βασιλιάς κι είχε μια κόρη. Αυτή η κόρη όμως μια μέρα αρρώστησε βαριά. Γιατροί μπαίνανε, γιατροί βγαίνανε από το παλάτι, μα τη γιατρειά της κόρης δεν μπορούσανε να τη βρούνε. Είπε λοιπόν η κόρη στον πατέρα της:

«Πατέρα, εγώ για να γίνω καλά πρέπει να μου φέρετε όσους άντρες και γυναίκες ξέρουνε να μου λένε παραμύθια».

Ευθύς ο πατέρας της έβγαλε διαλαλημό, σ’ όλη την πολιτεία, όποιος ξέρει παραμύθια να πηγαίνει στο παλάτι και να τα λέει στη βασιλοπούλα.

Ας αφήσουμε τώρα τη βασιλοπούλα κι ας πιάσουμε τη γριά.

Ένα Σαββατόβραδο, πήγε τις κάλτσες στον τσουραπσή, πέρασε απ’ τον μπακάλη, πήρε τα πράγματα που ήθελε, τα πήγε της κόρης της και της λέει:

«Πάρε, κόρη μου τα πράματα, κάμε προζύμι, ζύμωσε, κι εγώ θα πάω να βρω ένα δυο χορταράκια, τώρα που έχουμε το λαδάκι μας να τα φάμε λαδωμένα. Δώσ’ μου το καλάθι, το μαχαίρι κι ένα τσουβαλάκι να βρω και μερικά ξυλαράκια, για να τα μαγειρέψω».

Της έδωσε η κόρη το καλάθι, το μαχαίρι, το τσουβαλάκι, έκαμε η γριά το σταυρό της και ξεκίνησε για το βουνό.

Όσο ανέβαινε στο βουνό έβρισκε μερικά χορταράκια αλλά, για κακή της τύχη, άρχισε να βρέχει βροχή στρωτή. Τώρα πού να πάει; Σπίτι δεν υπήρχε εκεί κοντά, τίποτα δεν είχε, βρίσκει μια κουφάλα ενός δέντρου, μπαίνει μέσα και σκεπάζεται με το τσουβαλάκι.

Η βροχή κράτησε ως τα μεσάνυχτα. Σαν ξαστέρεψε, ακούει έναν κρότο, τρούκου-τράκα, τρούκου-τράκα…

Κοιτάζει από την τρύπα της κουφάλας και τι να δει! Έναν πετεινό με τα ξυλενάκια, και στο στόμα του να κρατεί ένα σκοινάκι και να τραβά ένα γαϊδουράκι, κι απάνω στο γαϊδουράκι είχε φορτωμένα τρία τουλούμια γεμάτα.

Τότε η γριά, περίεργη όπως ήτανε, βγήκε από την κουφάλα, πήρε τις παντούφλες της στο χέρι, για να μην ακούγεται, κι έτρεχε από πίσω από τον πετεινό.

Σε λίγο, σταματάει ο πετεινός από πάνω από μια πλάκα. Αφήνει το σκοινάκι και με το στόμα του πιάνει το κρουκέλι* της πλάκας και την ανοίγει. Παίρνει πάλι το σκοινάκι και κατεβαίνει σαράντα σκαλιά. Από πίσω του η γριά, τον ακολουθά, για να δει τι θα γίνει.

 Read more…

Write your comment.