facebook twitter youtube googleplus
on/off

Δ. ΑνάφηςΒιβλία: Περιδιαβαίνοντας τη Σχοινούσα – Ανάφη

ΑΝΑΦΗ

Το Σεπτέμβριο του 1971 ο Γρηγόρης ετοιμάζεται να αφήσει την Αθήνα όπου ζούσε, τη δουλειά του, τους ανθρώπους του και να χαράξει μια καινούρια πορεία στη ζωή του, σε μικρά νησιά που γνώριζε ελάχιστα πράγματα γι’ αυτά και τους κατοίκους των.

Πιο στεριανός παρά θαλασσινός ο Γρηγόρης θα γνώριζε και θα ζούσε για πολλά χρόνια με ανθρώπους της θάλασσας, με αγρότες και βοσκούς,που η ζήση τους ήταν πολύ δεμένη με τη γη, τόσο πολύ που για να νιώθουν σιγουριά ότι ήταν δική τους και δεν κινδύνευαν να τη χάσουν από κάποιον άλλο, είχαν ορθώσει τεράστιους μαντρότοιχους στις ιδιοκτησίες τους.

Κατέβηκε στον Πειραιά στις 28 του Σεπτέμβρη και επιβιβάστηκε σ’ ένα μικρό καράβι που θα τον έφερνε στο απομονωμένο νησάκι, που στο σχολείο του είχε τοποθετηθεί από την αρμόδια προϊστάμενη αρχή, ως δάσκαλος.

Η θάλασσα ήταν ήρεμη και το ταξίδι ευχάριστο και απολαυστικό. Ανέβηκε στο κατάστρωμα και κοίταζε τη θάλασσα, το απέραντο πέλαγος που ανοιγόταν μπροστά του.

Προχώρησε προς τη γέφυρα του καραβιού, όπου συνάντησε τον ασυρματιστή ένα ευγενικό καλοσυνάτο άνθρωπο. Τον κάλεσε στο χώρο της δουλειάς του και άρχισαν να συζητούν για τα καθημερινά απλοϊκά θέματα: τον καιρό, το ποδόσφαιρο, τα ταξίδια κ.τ.λ.

-Σε ποιό νησί πηγαίνεις; τον ρωτά.

-Πηγαίνω στην Ανάφη όπου τοποθετήθηκα δάσκαλος στο σχολείο της.

-Είναι απομακρυσμένο νησί και έχουμε πολλές ώρες ταξίδι ακόμη.

-Τι ώρα θα φθάσουμε; τον ρωτά.

-Περίπου στις δύο μετά τα μεσάνυχτα. Είναι το τελευταίο λιμάνι του ταξιδιού μας και η ώρα αφίξεως εξαρτάται από τις καθυστερήσεις των πρηγουμένων λιμανιών.

-Γνωρίζεις πόσοι άνθρωποι μένουν στο νησί, με τι ασχολούνται, πώς εξασφαλίζουν τα αναγκαία αγαθά της ζωής;

-Δεν γνωρίζω πολλά για την Ανάφη. Ξέρω μόνο πως ήταν τόπος εξορίας πολιτικών κρατουμένων και η επιβατική κίνηση που παρουσιάζει είναι ασήμαντη.

-Οι πληροφορίες μου μιλούν για άσχημες συνθήκες ζωής με πολλές ελλείψεις και δυσκολίες.

-Στα μικρά νησιά συμβαίνουν αυτά. Δεν υπάρχουν ανέσεις και η ζωή τους είναι σκληρή με πολλές στερήσεις και δυσχέρειες.

Το καράβι ύστερα από έξι με εφτά ώρες ταξίδι προσεγγίζει στο πρώτο λιμάνι του δρομολογίου του. Επιβάτες ανεβοκατεβαίνουν, πράγματα φορτώνονται και ξεφορτώνονται γρήγορα. Ένας ζωέμπορος προσπαθεί με τη βοήθεια κάποιου κτηνοτρόφου να μπαρκάρει δύο μεγαλόσωμα μοσχάρια. Τα καταφέρνουν και τα δένουν γερά στο μικρό γκαράζ του καραβιού. Το πλοίο μαζεύει τα παλαμάρια του και σαλπάρει για άλλο λιμάνι.

Το ταξίδι συνεχίζεται γαλήνια και ακύμαντα με μόνη διαφορά την αποπνιχτική δυσοσμία του καραβιού και των ζώων που φόρτωσαν στο πρηγούμενο λιμάνι και που έφθανε μέχρι το σαλόνι του πλοίου.

Βράδιασε κι άρχισε να σκοτεινιάζει. Οι λίγοι επιβάτες έβγαλαν μέσα από τα καλάθια των ψωμί, τυρί κι ελιές και άρχισαν να μασουλάνε δίνοντας και στους επιβάτες, που δεν είχαν προβλέψει πως το ταξίδι θα ήταν μακρύ και κουραστικό για να ξεγελάσουν την πείνα τους.

Σε λίγο οι περισσότεροι τυλίχτηκαν στις κουβέρτες που είχαν μαζί τους και ξάπλωναν όπου τους βόλευε – σε πολυθρόνες, στην κουβέρτα του καταστρώματος – και παραδίδονταν στις γλυκές αγκαλιές του Ορφέα.

Ο Γρηγόρης δεν ξάπλωσε• ήταν νέος, δυνατός, άντεχε την αϋπνία πηγαινοερχόταν από το μικρό σαλόνι του καραβιού στη γέφυρα, κοίταγε μακριά αλλά δεν διέκρινε τίποτε. Πίσσα σκοτάδι απλωνόταν παντού.

Ύστερα από είκοσι ώρες ταξίδι και αφού περάσανε από πέντε έξι νησιά και η ώρα πλησίαζε δύο μετά τα μεσάνυχτα, οι ναύτες του καραβιού άρχισαν να καλούν τους επιβάτες να ετοιμάζονται για να αποβιβαστούν στο νησί που είχε τοποθετηθεί δάσκαλος κι ο Γρηγόρης. Μαζεύτηκαν τρεις τέσσερις άνθρωποι στο πορτέλο απ’ όπου ανεβοκατέβαιναν οι επιβάτες στις βάρκες, για να επιβιβαστούν ή να αποβιβαστούν στο καράβι.

Μόλις άνοιξε το πορτέλο ο Γρηγόρης κοίταξε έξω. Ένα αμυδρό φως φάνηκε πάνω, μακριά και κάποιος από τους ταξιδιώτες τον βεβαίωσε πως εκεί πάνω βρίσκεται η Χώρα, ο μοναδικός οικισμός του νησιού. Το καράβι αμέσως έφυγε και οι βάρκες έβγαλαν τους ανθρώπους και τις πραμάτειες στη στεριά.

Εκεί στο μικρό μώλο ήταν δεμένα μουλάρια και γαϊδούρια. Φορτώσανε τα πράγματα και με συνοδεία τον αστυνόμο του νησιού, που ήρθε να τον υποδεχτεί, φτάσανε στη Χώρα.

Ένα μικρό δωμάτιο, κάτω από το μικρό κάστρο, φιλοξένησε το Γρηγόρη τα δύο πρώτα βράδια στο νησί.

Το νησί ήταν πανέμορφο. Η Χώρα του κτισμένη ψηλά, δίπλα και κάτω από το κάστρο, ήταν καταπληκτική. Τα μικρά θολωτά σπίτια της έλαμπαν κάτασπρα στο φως του ήλιου. Οι πολλές εκκλησίες και τα πλακοστρωμένα στενά δρομάκια της συμπλήρωναν την απέριττη ομορφιά και έδεναν αρμονικά με το όλο μοτίβο του χωριού.

Οι γοητευτικές, αλλά δυσπρόσιτες παραλίες του, ήταν ακόμη αγνές, αμόλυντες από τις επελάσεις των τουριστών στα μετέπειτα χρόνια.

Όλα αυτά προκαλούσαν στο νεοφερμένο δάσκαλο μια ανείπωτη αγαλλίαση, ιδιαίτερα τα χειμωνιάτικα δειλινά που ο ήλιος βασίλευε πέρα, ανοιχτά στο αχανές πέλαγος και ξεχώριζες κάτασπρες τις κορφές του Ψηλορείτη στην Κρήτη και μαγευόσουν από τα χίλια και δυο χρώματα του ηλιοβασιλέματος.

Τελικά ο Γρηγόρης εγκαταστάθηκε σ’ ένα μικρό και ανήλιο δωμάτιο του σχολείου, που όταν έβρεχε -η χρονιά αυτή ήταν πολύ βροχερή για το νησί- ποτίζονταν οι τοίχοι του, μούσκευαν και το νερό έτρεχε μες στο δωμάτιο, κάτω από το κρεβάτι του και κατέληγε στην αυλή του σχολείου. Λες και υπήρχε μια κρυφή πηγή που πότε πότε ξύπναγε, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, θέλοντας να δροσίσει και να ξεδιψάσει τα λουλούδια και τα δέντρα της αυλής.

Το σχολείο ήταν διθέσιο και το κτίριό του όμορφο και περιποιημένο. Τα παιδιά απλά, ευγενικά, πρόσχαρα δε δυσκόλεψαν το Γρηγόρη να ξυπνήσει το ενδιαφέρον τους για το σχολείο τα βιβλία, τη μάθηση. Οι άνθρωποι του νησιού λιγομίλητοι και επιφυλακτικοί, τον έβλεπαν με κάποια καχυποψία, αποφεύγοντας πολλές συζητήσεις και τη σύναψη σχέσεων μαζί του.

Μόνο τα βράδια στα καφενεία μπορούσε να συζητήσει με ντόπιους για τα απλά καθημερινά θέματα: για τον καιρό, για τις εργασίες τους, αλλά και πάλι ήταν προσεχτικοί και κουμπωμένοι, λες και φοβούνταν να φανερώσουν σκέψεις και πράξεις που αφορούσαν τον τόπο τους, τα ενδιαφέροντά τους και τις αναμεταξύ των σχέσεις.

Σίγουρα οι άνθρωποι αυτοί είχαν μέσα τους κάποιους απωθημένους φόβους που τους έκαναν απρόσιτους, απλησίαστους στους ξένους. Ήταν φτωχοί αγρότες, μελισσοκόμοι και ψαράδες. Κατάφερναν με δυσκολία να εξασφαλίζουν τα αναγκαία αγαθά της ζωής.

Ο παπάς, ένας εύσωμος καλόγερος, που περισσότερο θύμιζε κοσμικό και απαλλαγμένο από θρησκοληψίες και ταμπού παπά, είχε πολύ γούστο, κάποια πρωϊνά που ερχόταν στο σχολείο βρίζοντας τα ποντίκια που του είχαν πάρει τις μασέλες.

Έπαιρνε δύο παιδιά και έψαχναν πίσω από τα κρεβάτια και σεντούκια του σπιτιού του και βρίσκαν τις χαμένες μασέλες του, που απρόσεχτα τοποθετούσε κάποια βράδυα σε ακατάλληλα μέρη και τις παίρναν τα ποντίκια.

Ήταν ο μόνος που συζητούσε με το Γρηγόρη ελεύθερα και παρ’ ότι δεν είχε ταμπού πίστευε σε λαϊκές παραδόσεις και αντιλήψεις που μερικές απ’ αυτές, όπως έλεγε, βασίζονταν σε περιστατικά που συνέβησαν στον τόπο του. Πίστευε απόλυτα στο μάτιασμα, στη βασκανία όπως αλλιώς λέγεται, και για να επιβεβαιώσει αυτήν την πίστη του διηγιόταν διάφορες ιστορίες.

«Κάποιος νησιώτης έσφαξε παραμονές Χριστουγέννων ένα μεγάλο χοίρο. Κατά διαβολική σύμπτωση περνά κάποιος που είχε κακό μάτι και λέει:

-Ποπό, ποπό! τι κάπρος είναι αυτός!

Σηκώνεται αμέσως ο κάπρος και το βάζει στα πόδια. Ξεσηκώνονται οι κυνηγοί του χωριού, παίρνουν τα όπλα, λύνουν τα σκυλιά και με πολύ κόπο καταφέρνουν να στριμώξουν το χοίρο και να τον σκοτώσουν. Το φόρτωσαν στο μουλάρι και τον πήγαν στο σπίτι του αφεντικού του. Με πολύ κόπο κατάφεραν δύο παλλικάρια να τον γδάρουν και να τον χωρίσουν σε τέσσερα κομμάτια.

Την εποχή αυτή είχαν τη συνήθεια (δεν υπήρχαν ψυγεία, ούτε αγορά) να καβουρντίζουν το χοιρινό κρέας και να το συντηρούν παστό με το λίπος του. Γι’ αυτό πιο καλό κρέας θεωρούσαν αυτό που είχε πολύ λίπος.

Ο νοικοκύρης έκοψε το κρέας σε μερίδες, το καβούρντισε και το έβαλε σε δύο κιούπια. Τα κιούπια όμως αυτά κάποιες νύχτες χοροπηδούσαν ασταμάτητα και προξενούσαν φόβο στην οικογένεια, που αναγκάστηκε να τα πετάξει στη θάλασσα, για να ησυχάσει από το κακό μάτι που τη βρήκε.

Άλλη ιστορία του παπά-καλόγερου αναφέρεται σε κάποιο άνθρωπο που ήταν γνωστός με τ’ όνομα ο Πανάγος της Γλαρής. Είχε φθονερή ματιά που ξερίζωνε και δέντρα όπως λένε οι γεροντότεροι. Ο Πανάγος της Γλαρής βλέποντας κάποτε μια φραγκοσυκιά φορτωμένη φραγκόσυκα αναφώνησε:

-Κοίταξε Αντώνη πόσα φραγκόσυκα έχει η φραγκοσυκιά του Γιώργη. Αυτουνού και τα ξερά δέντρα καρπίζουν!

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του και η φραγκοσυκιά έσκασε κάτω κομμένη σύρριζα από το χώμα.

Ο Γρηγόρης απ’ όλες αυτές τις ιστορίες για το μάτιασμα δεν πίστεψε τίποτε αλλά τις απέδιδε σε συμπτώσεις ή σε εσκεμμένες κατασκευές πονηρών και κακόβουλων ανθρώπων που ήθελαν να εκμεταλλευτούν την αμάθεια του κόσμου προς ίδιον συμφέρον. Δεν θυμάται να είχε υποφέρει ποτέ από μάτιασμα και κατά που φαίνεται δεν πρόκειται να ματιαστεί -είναι μάλλον άνθρωπος απρόσβλητος στις ματιές του άλλων- άρχισε ωστόσο να πιστεύει πως η βασκανία δεν είναι δεισιδαιμονία, όταν μπροστά του μέσα σ’ ένα καφενείο συνέβη κάποιο περιστατικό ματιάσματος.

Μια όμορφη, μελιστάλλαχτη και μεγαλομάτα κοπέλα είχε έρθει στο νησί για διακοπές. Γνωρίστηκαν με το Γρηγόρη και κάποιο απόγευμα έπιναν καφέ σ’ ένα γραφικό καφενεδάκι του νησιού. Σε λίγο μπαίνει στο καφενείο ένας γεροδεμένος μεσήλικας που είχε τη φήμη ότι με τη ματιά του μπορούσε να ρίξει και τα βουνά κάτω. Βλέπει την κοπέλα, θαμπώνεται από την ομορφιά της και της λέει καμαρωτά:

-Είσαι πολύ όμορφη.

Δεν πρόλαβε η κοπέλα να του πει τη λέξη ευχαριστώ κι άρχισε να τρέμει ολόκληρη και κρύος ιδρώτας να λούζει το πρόσωπό της.

Ο Γρηγόρης προς στιγμή νόμισε ότι ήταν νάζια και καμώματα φιλαρέσκειας της κοπέλας και ήταν έτοιμος να τις βάλει φωνές.

Η κοπέλα όμως κατάρρευσε, έπεσε κάτω, κινδύνευε. Γρήγορα η καφετζού που ήξερε μια γητειά ξεματιάσματος την ψιθύρισε για την κοπέλα, φώναξε και μια πιο ξακουστή ξεματιάστρα, είπε κι αυτή τα δικά της ξόρκια.

Ο κύριος που χωρίς να το θέλει προξένησε αυτό το επώδυνο περιστατικό σηκώθηκε κι έφυγε αθόρυβα.

Ο Γρηγόρης, που πίστευε με αδόκιμο σεβασμό στο θεό και τιμούσε με ευλάβεια και περηφάνεια και τους άλλους αγίους άρχισε να προβληματίζεται και να παραδέχεται ότι πολλές φορές η επίκληση της θείας δύναμης σώζει τον άνθρωπο από επικίνδυνες καταστάσεις και συμφορές.

Παρέα του Γρηγόρη στο νησί ήταν δύο αστυνομικοί, ο αγροτικός γιατρός κι ένας δημόσιος υπάλληλος.

Μαζί έτρωγαν και μαζί περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους. Ιδιαίτερα προβλήματα και δυσκολίες δεν υπήρχαν και ο καιρός περνούσε όμορφα κι ανέμελα. Όλες οι πληροφορίες που είχε ο Γρηγόρης για το νησί, πως τάχα θα υποφέρει, πως δε θα περάσει καλά, ότι τον ξόρισαν σε ένα ξερονήσι, που μοιάζει με τεράστιο αυγό και στην κορυφή του υπάρχει ένα χωριό, απείχαν πάρα πολύ από την πραγματικότητα.

Η τοποθέτησή του στην Ανάφη ήταν προσωρινή. Το σχολείο ήταν διθέσιο. Τη μια θέση την κρατούσε ο κύρος Νίκος Λαδικός, μόνιμος κάτοικος, δάσκαλος κι αξιόλογος άνθρωπος του νησιού. Η άλλη ανήκε, σύμφωνα με την τότε νομοθεσία, υποχρεωτικά σε γυναίκα, σε δασκάλα.

Όμως λόγω των δυσχερειών της συγκοινωνίας και με αφορμή τη συμπεριφορά κάποιας δασκάλας που φοβήθηκε να πηδήξει από το πορτέλο του καραβιού στη βάρκα και να βγει στη στεριά με αποτέλεσμα να απουσιάζει από τη δουλειά της ένα δεκαπενθήμερο, μένοντας αμανάτι σε μεγαλύτερο νησί που τα καράβια έδεναν στην προβλήτα και η επιβίβαση κι αποβίβαση των ανθρώπων γινόταν άνετα, δεν έστελναν πλέον δασκάλα στο νησί.

Επενέβηκε ο Προϊστάμενος Επιθεωρητής και την πρόσταξε με το πρώτο καράβι που θα περάσει να πάει στη θέση της. Αναγκαστικά όταν πέρασε καράβι μπήκε μέσα. Πάλι όμως φοβόταν να κατεβεί στη βάρκα. Διαδόθηκε πως οι ναύτες την τοποθέτησαν σε μεγάλο κοφίνι ή τελάρο και την κατέβασαν στη βάρκα με σκοινιά.

Από τότε, αν και η θέση ανήκε οργανικά σε γυναίκα, οι Επιθεωρητές έστελναν για ένα χρόνο άντρα και μετά τον τοποθετούσαν σε οργανική θέση άλλου νησιού.

Έφτασε ο Ιούνιος και τέλειωσε το σχολικό έτος 1971-72. Ο Γρηγόρης τοποθετείται οργανικά σε σχολείο ενός άλλου μικρού νησιού των Κυκλάδων, τη Σχοινούσα. Σύμφωνα με το έγγραφο τοποθέτησης θα έπρεπε να βρίσκεται στη νέα του θέση την 1η Σεπτεμβρίου 1972.

 

Διαβάστε περισσότερα…

Γράψτε το σχόλιό σας.