facebook twitter youtube googleplus
on/off

Δ. ΠάτμουΒιβλία: Παραμύθι-Το κομματόψωμο

Μια φορά, τον παλιό καιρό, ήταν ένας γέρος και μια γριά. Παιδιά δεν είχανε και κλαίγανε κι οι δυο τους και λέγανε:

«Άχου, μωρή γριά μου, ποιος θα μου φέρει στο χωράφι το φαΐ μου; Θέλω να μου κάμεις ταραχτές τηγανόπιτες».

«Και με ποιόνε θα σου τις στείλω, κακόμοιρε; Άχ, ας είχα ένα παιδάκι να πάει του γέρου μου το φαΐ».

Τότε, ακούει μια φωνή: «Μάναααα!»

«Ποιός μου φωνάζει;» λέει η γριά.

«Εγώ είμαι, μάνα, άνοιξε την κασέλα».

Ανοίγει την κασέλα η γριά και τι να βρει; Ένα παιδάκι όσο είν’ ένα δάχτυλο.

«Παιδί μου, πού βρέθηκες μες στην κασέλα;»

«Μ’ έστειλε ο Θεός για σας. Με λένε Κομματόψωμο. Έλα τώρα, μάνα μου, ετοίμασε το φαΐ να το πάω στο χωράφι του αφέντη* μου».

«Και τόσο δα που είσαι θα μπορέσεις να κρατήσεις τον πήλινα* με το φαΐ;» του λέει η μάνα του.

«΄Έλα, μην κάθεσαι, μάνα, κάνε πιο γρήγορα, να πηγαίνω και το χωράφι το ξέρω».

Παίρνει το Κομματόψωμο το φαΐ και πάει. Βλέπει από μακριά τον αφέντη του που ζευγάριζε και του φωνάζει: «Αφέντη, έλα να με περάσεις απ’ τον ποταμό, γιατί δεν μπορώ να περάσω».

Κοιτάζει από τη μια ο γέρος, κοιτάζει από την άλλη, μα δε βλέπει ψυχή.

«Ποιος είναι, που μου φωνάζει;»

«Έλα, κι είμαι ο γιος σου, το Κομματόψωμο».

Τρέχει ο γέρος, με την παλιά τη βράκα του, και του λέει: «Έλα, γιε μου, να σε περάσω απ’ τον ποταμό».

Πάνε στο χωράφι, βάζει ο γέρος το φαΐ να φάει, και τότε γυρίζει το Κομματόψωμο και του λέει:

«Φάε συ τώρα, αφέντη, κι εγώ πάω να ζευγαρίσω».

«Και τόσο δα, που είσαι, θα μπορέσεις να ζευγαρίσεις;»

«Εγώ, αφέντη μου, πάω και μη μιλάς, μόνο να θωρείς*».

Δίνει το Κομματόψωμο ένα σάλτο και μπαίνει μέσα στου βοδιού το στόμα κι αρχίζει ένα τραγούδι, που έπαιρνε του ανθρώπου το μυαλό. Και τα βόδια δώσ’ του και ζευγαρίζανε.

Εκείνη την ώρα περνούσε ένας έμπορος κι άκουσε το τραγούδι. Του φάνηκε πολύ παράξενο να τραγουδούν τα βόδια. Πάει λοιπόν, βρίσκει το γέρο και του λέει:

«Στη ζωή μου, γέρο μου, δεν έχω δει βόδια να τραγουδάνε και να τώρα, ακούω τα δικά σου και τραγουδάνε και τόσο ωραία..»

«Α! είναι ο γιος μου, που τραγουδά, μα είναι τόσο μικρός που δε φαίνεται».

«Για φώναξέ τον να τον δω».

Φωνάζει ο γέρος: «Κομματόψωμο, έλα ’δω!»

 Διαβάστε περισσότερα…

Γράψτε το σχόλιό σας.