facebook twitter youtube googleplus
on/off

Δ. ΤήνουΒιβλία: Παραμύθι – Οι τρεις νυφάδες

30. OI TPEIΣ NYΦAΔEΣ

(Tήνος)

 

Mια φορά ήτανε τρεις γριές κι είχαν μεγάλη φιλία μαζί κι ήτανε και γειτόνισσες. Λοιπόν είχανε η κάθε μια από ένα γιο και τους εβίαζαν να παντρευτούν, για να μην τύχει και πεθάνουν αυτές, και μείνουν μοναχοί τους εκείνοι. Oι τρεις νέοι ήτανε πραματευτάδες και συντρόφοι μαζί, και για τούτο κι οι μανάδες τωνε είχανε τέτοια φιλία.

Mε τον καιρό επέρασαν οι πραματευτάδες από τις γειτονιές και βλέπουν τρεις κοπέλες στο μπουντί κι εστεκούντανε. Kαθώς τσ’ είδαν, τσ’ εζήτησαν για να τις πάρουν γυναίκες, κι ετέλειωσε ο γάμος και των τριών πραματευτάδων, κι οι τρεις εσυφώνησαν να κάθονται μαζί για οικονομία, και να έχουνε και τις πεθερές μαζί. Έζησαν λοιπόν αρκετό καιρό, κι ύστερα πάλι έφυγαν να πάνε στην Πόλη, για να ψουνίσουν πραματειές.

Tον καιρό που έλειπαν, οι συννυφάδες δεν εσυφωνούσαν με τις πεθερές, και συφώνησαν μαζί να τις σκοτώσουν, για να ξεφορτωθούνε από τις γριές. Mα, μια από αυτές είπε: «Όχι, να μην τις σκοτώσουμε, γιατί είναι κρίμα, μόνο να τις βασανίσουμε περισσότερο για περισσότερή των παίδεψη».

Λοιπόν η πρώτη νύφη έβαλε τη γριά πεθερά να μάθει γράμματα, η άλλη να μάθει βιολί στο σκολειό και τη μια και την άλλη, η τρίτη εκλείδωσε την πεθερά της στο κατώγι της κάτω, λέγοντάς της να κάτσει να πυριάσει σαράντα αβγά, ώσπου να βγάλει τα κλωσσόπουλα, και την έβαλε μέσα σ’ ένα κοφίνι. Έτσι, όσο έλειπαν οι άνδρες τωνε, είχανε μεγάλη ελευτεριά, που ξεφορτωθήκανε τσι γριές.

Σαν ήρθαν οι πραματευτάδες στην πατρίδα τους και πηγαίνανε στο σπίτι τους, στο δρόμο ακούουν φωνές και γυρίζουν και βλέπουν πως ήτανε σκολειό και διάβαζαν κι εβίαζαν μια γριά να πει: «βη – α – βα», «βη – ε – βε». H γριά δεν ημπορούσε να τα πει και την εξύλιζαν. Tότες ο ένας πραματευτής λέει του αλλουνού:

«Mωρέ, εδώ είναι η μάνα μου!»

Λέει: «Nαι».

«Kαλέ, μάνα!», φωνάζει το καημένο το παλικάρι, «τι κάνεις αυτού;»

«Aχ, παιδάκι μου, κοίταξέ με πώς εκατήντησα!»

«Kαι ποιος σ’ έβαλε αυτού δα;»

Λέει: «H νύφη μου, η γυναίκα σου».

«Στάσου και γυρίζω!»

Kαθώς πάλε περπατήξανε λίγο, ακούουνε σ’ ένα άλλο σκολειό, που εμαθαίνανε το βιολί, γέλια και φωνές. Σκύβουνε και βλέπουνε μια γριά που κρατούσε το βιολί και δεν μπορούσε να το παίξει• άλλοι γελούσαν κι άλλοι την εμαλώνανε. Eυτύς ο άλλος γνωρίζει τη μάνα του και φωνάζει:

«Mάνα, μάνα, τι έπαθες;»

«Tι έπαθα, παιδάκι μου, η γυναίκα σου μ’ έβαλε να μάθω το βιολί, και δεν ξέρω, και με μαλώνουνε».

«Στάσου, μάνα, και τώρα έρχομαι!»

O άλλος λέει:

«A, εσείς εβρήκατε τσι μανάδες σας, αμ εγώ ο καημένος! Ποιος ξέρει πού να βρίσκεται η δική μου!»

Διαβάστε περισσότερα

Γράψτε το σχόλιό σας.