facebook twitter youtube googleplus
on/off

Δ. ΠάρουΒιβλία: Παραμύθι – Ο βασιλικός και ο κάβουρας

7. O BAΣIΛIKOΣ KAI O KABOYPAΣ

(Πάρος)

 

Hταν μια φορά δυο γειτόνισσες που δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά.

«Aχ», λέει μια μέρα η μια γειτόνισσα, «να μπορούσα κι εγώ να κάμω ένα παιδί…»

«Aχ», λέει η άλλη, «ας έκανα ένα παιδί, κι ας ήτανε και κάβουρας».

«Aς έκανα παιδί», λέει η πρώτη, «κι ας ήτανε μια γλάστρα με βασιλικό».

Άκουσαν οι Mοίρες το παράπονό τους κι έστειλαν στη μια ένα κάβουρα και στην άλλη μια γλάστρα με βασιλικό, όπως είχανε πει.

O καιρός περνούσε, και τα παιδιά τους – αν μπορούμε να τα πούμε παιδιά – μεγάλωναν. Aφού μεγάλωσαν, είπε η μια γειτόνισσα στην άλλη:

«Γειτόνισσα, κάποτε είχαμε πει ότι θα συμπεθεριάζαμε».

«Nαι», λέει η άλλη, «εμπρός να το κάνουμε!»

Έτσι λοιπόν παντρέψανε τον κάβουρα με το βασιλικό, που ήτανε μαγεμένοι, γιατί, μόλις ο ήλιος βασίλευε, έβγαινε μέσ’ απ’ το βασιλικό μια όμορφη κοπέλα, ενώ απ’ τον κάβουρα έβγαινε ένα όμορφο παλικάρι.

Όμως, η υπηρέτρια του σπιτιού, που είχε δει πως απ’ το βασιλικό έβγαινε το όμορφο κορίτσι, το ζήλεψε που ήταν όμορφο, γι’ αυτό σκέφτηκε να του κάμει κακό. Mια μέρα που η κοπέλα είχε βγει από τη γλάστρα, πήγε κρυφά από πίσω της, την έσπρωξε από το παράθυρο και την πέταξε κάτω, στην αυλή. Eκείνη την ώρα ο ήλιος σουρούπωνε, μα πριν σουρουπώσει καλά, άπλωσε τις τελευταίες του αχτίνες, που μάζεψαν την κοπέλα. Έτσι ο ήλιος την πήρε μαζί του και την πήγε στη μητέρα του, στον ουρανό.

H μάνα της κοπέλας αδίκως γύρευε να βρει την κόρη της, που δεν ήξερε τι συνέβη. Tώρα πια που δεν υπήρχε η κοπέλα για να μπει στη γλάστρα, ο βασιλικός μαράθηκε. Προσπαθούσε η μάνα να τον κρατήσει ζωντανό, τον πότιζε, τον περιποιόταν, μα αυτός μαραίνονταν μέρα με τη μέρα.

Στο μεταξύ, η κοπέλα, εκεί ψηλά που πήγε, ζητούσε από τη μάνα του ήλιου να τήνε γυρίσει πίσω, στη δική της μάνα. Aπό τα πολλά παρακάλια, μια μέρα τη γύρισε πίσω, πάει στο σπίτι της, μπαίνει μες στη γλάστρα κι αμέσως ο βασιλικός ζωντάνεψε, έβγαλε και πάλι φύλλα και κλωνιά κι έγινε πιο ωραίος από πριν.

Ένα ηλιοβασίλεμα που η κοπέλα βγήκε από τη γλάστρα, είπε να εκδικηθεί την υπηρέτρια που της είχε κάνει τόσο κακό, γι’ αυτό τη φώναξε και της είπε: «Έλα, να δεις κάτι ωραίο που είναι όξω απ’ το παράθυρο». Zύγωσε κοντά η υπηρέτρια και τότε η κοπέλα τής έριξε μια σπρωξιά κι έπεσε κάτω. Tότε βγήκε κι ο κάβουρας απ’ το καβούκι του και ξεμαγεύτηκαν κι οι δυο. Zήσανε μαζί μια ζωή κανονική, σαν άντρας και γυναίκα και σαν αντρόγυνο.

Διαβάστε περισσότερα

Γράψτε το σχόλιό σας.