facebook twitter youtube googleplus
on/off

Δ. ΚάσουΒιβλία: Παραμύθι-Ο Σιγκομίγκο

Παραμύθι μύθαρος

κι η κοιλιά σου πίθαρος.

Ήσπασεν ο πίθαρος

κι ήμπλασεν* ο κρίθαρος.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν, λέει, ένας ψαράς και δεν είχε κανένα, μήτε αδερφό μήτε αδερφή μήτε παιδί. Ελεύθερος ήταν και ζούσε μοναχός του.

Κάθε μέρα πήγαινε στο ψάρεμα. Ψάρευε και μετά ερχότανε και πουλούσε τα ψάρια. Άφηνε και κανένα μισόκιλο για να μαγειρέψει να φάει.

Μια μέρα, εκειδά που ψάρευε, νιώθει τα δίχτυα του βαριά, πολύ βαριά. Δεν σηκώνονταν.                                                                                                                             «Τι είν’ αυτό, τι έκαμα;» αναρωτήθηκε ο ψαράς. Τέλος πάντων, τραβούσε, τραβούσε, τραβούσε, σηκώνει τα δίχτυα και βλέπει μέσα μια χελώνα μεγάλη, πολύ μεγάλη.

Λέει τότε: «Ε, αφού τη βρήκα, δεν την παίρνω στο σπίτι μου, που λένε πως είναι γούρι, να την έχω, να της δίνω και κάτι να τρώει;»

Την πήρε λοιπόν στο σπίτι του και την έριξε κάτω από ένα σοφά*.

Αλλά μες στη χελώνα ήταν μια κόρη κι όταν έφυγε ο ψαράς βγήκε αυτή από τη χελώνα κι έπιασε και σκούπισε, συγύρισε το σπίτι, μαγείρεψε, έφαγε αυτή και φύλαξε και του ψαρά, να φάει το βράδυ κι ύστερα μπήκε πάλι μες στη χελώνα.

Έρχεται το βράδυ ο κακόμοιρος ο ψαράς και λέει: «Να ξύσω δα τα ψάρια, να μαγειρέψω να φάω». Πάει, ανοίγει το ντουλάπι, βλέπει τα ψάρια ψημένα. «Ε, καμιά γειτόνισσα θα μου τα ’ψησε ή καμιά συγγενής μου θα ’ρθε…», σκέφτηκε. Κάθισε λοιπόν κι έφαγε και μετά πήγε και ξάπλωσε κουρασμένος.

Το πρωί πήγε και πήρε ένα κομμάτι κρέας, το έβαλε μέσα στο ντουλάπι κι ύστερα έφυγε για το ψάρεμα.

To βράδυ, που γύρισε, πήγε να μαγειρέψει να φάει. Άνοιξε  το ντουλάπι να πάρει το κρέας και το βρήκε ψημένο. «Και ποια μου το ’καμεν αυτό;» απόρησε. Κάθισε, έφαγε κι ύστερα πάει στη γειτονιά και ρωτάει τις γειτόνισσες:

«Μπας και μαγειρέψατε εσείς το φαΐ μου;»

Σαν του είπαν «όχι», ξαναρώτησε: «Μήπως είδατε καμιά συγγενή μου να μπαίνει στο σπίτι μου;»

«Δεν είδαμε κανέναν άνθρωπο να μπαίνει στο σπίτι σου», του λένε οι γειτόνισσες.

Μια, δυο, τρεις, δέκα μέρες ο ψαράς έβρισκε το φαΐ του μαγειρεμένο και το σπίτι του συγυρισμένο και μετά πια, λέει: «Μα τι είν’ αυτά τα πράγματα; Εγώ θα παραφυλάξω να δω ποιος μου κάνει τις δουλειές και μου μαγειρεύει».

Παραφύλαξε λοιπόν και βλέπει να βγαίνει από τη χελώνα μια κόρη, που δεν είχε ταίρι η ομορφιά της. Έπιασε και σκούπιζε και τότε φανερώνεται κι αυτός από την κρυψώνα του, και της λέει:

«Πώς βρέθηκες εσύ εδώ μέσα; Ποιος σ’ έφερε;»

Διαβάστε περισσότερα…

Γράψτε το σχόλιό σας.