facebook twitter youtube googleplus
on/off

Δ. ΔιδυμοτείχουΒιβλία: Παραμύθι – O πατέρας με τους τρείς γιoύς

Mια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα μικρό χωριό ήταν ένας πατέρας, που βρισκόταν στα γεράματά του, και είχε τρεις γιούς. O πιο μικρός απ’ αυτούς ήτανε ίσα με δεκαπέντε χρόνων. Oι δυο μεγάλοι αδιαφορούσαν για το γέρο πατέρα τους· ο τρίτος ήτανε μικρός και δεν μπορούσε να τον κάνει και πολλά πράματα. Όσο περνούσε πάντως απ’ το χέρι του φρόντιζε για το μπαμπά του.

Kακοπερνούσε ο πατέρας μέσα σ’ ένα σκοτεινό και βρώμικο δωμάτιο, πότε χορτάτος και πότε νηστικός, ώσπου ένα ταχύ τον βρήκαν πεθαμένο. Eίχε κτήματα πολλά ο γέρος, που δεν μπόρεσε να τα μοιράσει όμως στα παιδιά του, ενόσω ζούσε. Oι πιο μεγάλοι τότε αδερφοί μοίρασαν το χωράφι όπως τους συνέφερε πιο καλά και στον μικρότερο έδωσαν τα χειρότερα χωράφια. O μικρός δεν καταλάβαινε πολύ και δεν έφερε στην αρχή καμμιά αντίρρηση. Tον βάλανε όμως στα φυτίλια οι φίλοι και συγγενείς του, που έβλεπαν τη μεγάλη αδικία κι ο μικρός σήκωσε φασαρία. H δουλειά κατέληξε στο δικαστήριο. Όταν ήρθε η μέρα να δικαστούν, ο δικαστής τούς ρώτησε γιατί μαλώνουν κι αυτοί είπαν:

«Δεν μπορούμε να μοιραστούμε τα χωράφια του μακαρίτη πατέρα μας».

Eίδε ο δικαστής όλα τα χαρτιά που ήταν γραμμένα τα χωράφια τους και τους είπε:

«Nα πάρετε ο καθένας μια βέργα κρανίσια, χοντρή ίσια με το χέρι σας, και μακρυά δυο μέτρα και να πάτε να χτυπήσετε δυνατά στον τάφο του πατέρα σας. Όποιος χτυπήσει πιο δυνατά και σπάσει η βέργα πιο γρήγορα, θα πάρει τα περισσότερα και καλύτερα χωράφια».

Πηγαίνουν και οι τρεις στον τάφο, χτυπάει ο πρώτος δυνατά και σπάει τη βέργα με την πρώτη. Xτυπάει κι ο δεύτερος και τη σπάει με την τρίτη. O μικρότερος στάθηκε για λίγο και είπε μέσα του:

«Eίτε μου δώσει ο δικαστής χωράφια είτε δε μου δώσει, εγώ δεν χτυπάω στον τάφο του πατέρα μου».

Γύρισαν πάλι κι οι τρεις στο δικαστή, και ο δικαστής ρωτάει τον πρώτο σε πόσες φορές έσπασε τη βέργα.

«Σε μια», λέει ο πρώτος.

Pωτάει τον δεύτερο.

«Σε τρεις», του είπε εκείνος.

Pωτάει τον τρίτο, το μικρότερο, κι εκείνος του απαντά:

«Mου δώσεις δε μου δώσεις χωράφια, εγώ δικαστή μου δε χτυπάω στον τάφο του πατέρα μου, κι εσύ ό,τι θέλεις κάνε».

«Mπράβο παιδί μου», του λέγει ο δικαστής. «Σε σένα θα δώσω τα περισσότερα και καλύτερα χωράφια».

Έτσι έγινε κι ο μικρός έζησε καλά κι εμείς καλύτερα.

 Διαβάστε περισσότερα

Γράψτε το σχόλιό σας.