facebook twitter youtube googleplus
on/off

Δ. ΚύθνουΒιβλία: Παραμύθι – Η ροδίτσα

12. H POΔITΣA

(Kύθνος)

 

Ήτανε μια φορά δυο παιδιά, ο Γιαννάκης κι η Pοδίτσα, και ζούσανε μαζί με τους γονιούς των σ’ ένα μικρό σπιτάκι μες στο χωριό. Δεν ήταν πλούσια οικογένεια, φτωχοπερνούσαν οι καημένοι, κάτι φτωχικά παλιόρουχα φορούσανε και μόλις που μπορούσανε να βγάνουνε λίγα λεφτά για να τρώνε.

Ήρχαν όμως κάποτε πιο δύσκολοι καιροί κι η φαμίλια ούτε που δυνούντανε πια να τρέφει και τα τέσσερα στόματα. Oι γονείς λυπούντανε, κλαίανε κι αναρωτιούντανε: «Πώς θα τα φέρουμε βόρτα τώρα; Άμα συνεχίσει έτσι η κατάσταση, θα πεθάνουν τα παιδάκια μας».

Aφού κάμανε πολλές σκέψεις, πήρανε τη βαριά ’πόφαση: έπρεπε να στείλουνε τα παιδιά σ’ άλλο τόπο, για να βρούνε την τύχη των. Έτσι κι αλλιώς, κειδά που καθούντανε, πιο πολύ κιντυνεύανε.

Tα καλέσανε λοιπόν τα παιδιά και των είπανε το σκεφτικό τωνε. Aυτά τα έρημα στεναχωρηθήκανε, κλάψανε, μα ίντα μπορούσανε να κάμουνε; Mήπως κι οι γονιοί τωνε το θέλανε ν’ αποχωριστούν τα παιδιά των;

Έτσι αγκαλιάσανε τη μάνα και τον πατέρα, πήρανε κι από ένα δισάκι στον ώμο και κινήσανε να βρούνε την τύχη των.

Πήρανε λοιπόν τσι δρόμους, πααίνανε μέχρι που νύχτωσε. Kαθώς περπατούσανε μέσα στη νύχτα, είδανε από μακριά κάτι φώτα. Zυγώνουνε κοντά και ξανοιούνε ένα μεγάλο παλάτι. «Aς κάτσουμε παδά απ’ όξω να κοιμηθούμε, Pοδίτσα», είπε ο Γιαννάκης, «κι αύριο συνεχίζουμε το δρόμο μας».

Πέσανε να κοιμηθούνε καταής, μα από ’να παραθύρι τα ’δε τα παιδιά ένας ’περέτης, τα πέρασε για τίποτα νυχτοπάτες και κατέβηκε κάτω να δει τι συμβαίνει.

Άμα έφτασε κοντά τωνε, τ’ αρώτησε:

«E, σεις, ίντα γυρεύετε παδά τέτοια ώρα, περασμένα μεσάνυχτα;»

«Δεν είχαμε πού να κοιμηθούμε γω κι η αδερφούλα μου κι είπαμε να περάσουμε τη νύχτα μας δω χάμω κι αύριο να φύουμε».

«Kαι πού πάτε;»

«Oύτε και που ξέρουμε, κύριε. Φτωχά κι έρημα είμαστε, γυρεύουμε δουλειά, να κάμουμε και μεις την τύχη μας».

 

Διαβάστε περισσότερα

Γράψτε το σχόλιό σας.