facebook twitter youtube googleplus
on/off

Δ. ΚώΒιβλία: Παραμύθι-Η κόρη της κυρα-Θάλασσας

Ήταν μια γριά κι ένας γέρος και δεν είχανε παιδιά και παρακαλούσαν το Θεό να τους δώσει ένα παιδί.

Ο Θεός ακούει, κι είν’ έτοιμος να τους δώσει αυτό που δεήθηκαν, μα ο γέρος κι η γριά δεν ήξεραν τη βουλή Του, κι έτσι παίρνουν μια κούκλα μεγαλωπή, και την είχαν σαν παιδί τους. Η γριά την ομορφοσυγύρισε και τηνε στόλισε στο παραθύρι της.

Ο γέρος ήταν ψαράς και πρωί πρωί πήγε στο ψάρεμά του. Η γριά ήξερε να λαναρίζει* και πήγε στο μεροκάματο της γειτόνισσάς της.

Εκείνο το πρωί λοιπόν, το βασιλόπουλο του τόπου βγήκε να σεργιανίσει και πέρασε κάτω από το παραθύρι της γριάς. Είδε το λαμπερό πρόσωπο της κούκλας και νόμιζε πως ήταν κοπελούδα. Κάθισε από κάτω, με τη συνηθισμένη προφύλαξη των θηλυκών απ’ των παλικαριών τα μάτια. Του άρεσε πολύ η ομορφιά της και πέρασε δυο τρεις φορές από κει. Της πέταξε και δυο τρεις λέξεις του έρωτα, μα μιλιά από το στόμα της δεν πήρε. Αυτό του άναβε περισσότερο τον έρωτά του, γιατί νόμιζε πως το έκανε από την ντροπή της, όπως συνηθίζεται στα φρόνιμα θηλυκά σε τέτοιες περιστάσεις.

Κι απ’ τον πολύ του έρωτα, μια μέρα, της έριξε κάμποσα φλουριά, εκεί στο παραθύρι, κι έφυγε.

Το βράδυ πήγε η γριά στο σπίτι κι η πρώτη της έννοια ήταν να δει την κούκλα. Πάει και τι να δει; Φλουριά μπροστά της, ριγμένα απ’ έξω. Τρόμαξε η γριά σαν τα είδε, για την ατιμία, λες και ήταν αληθινή η κόρη της, κι άρχισε να φωνάζει βλαστήμιες και κατάρες μεγάλες. Κι αφού είπε ό,τι είπε, την πήρε, με θυμό, και την έκαψε, για να μην τύχει και τους ντροπιάσει περισσότερο.

Σε λίγο ήρθε κι ο γέρος. Του είπε η γριά τα καμώματα της κούκλας τους και της λέει κι αυτός: «Καλά της έκαμες της πουτανίτσας».

Την άλλη μέρα πήγε η γριά και πήρε άλλη, πιο καλή, κούκλα. Την έβαλε κι αυτή στο παραθύρι κι ύστερα, πήγαν πάλι στη δουλειά τους ο γέρος κι η γριά.

Το καλό σου το βασιλόπουλο, ερωτοχτυπημένο από την πρώτη μέρα, να σου το από κάτω από το παραθύρι. Βλέπει, κι από τον έρωτά του νόμιζε πως έβλεπε αγγελική θωριά. Πέρασε, ξαναπέρασε, κι οι φλόγες του άναβαν. Της μιλά, μα που να πάρει κουβέντα απ’ το στόμα της. Της ρίχνει λοιπόν κάμποσα φλουριά πάλι και πάει στα παλάτια του.

Σαν γύρισε η γριά το βράδυ από το μεροκάματο κι είδε άλλα φλουριά μπροστά στην κούκλα, απόρησε. Μουρμούρισε κάμποσες βρισιές πάλι, κι ύστερα πήρε την κούκλα και την έκαψε κι αυτή.

Μα ήταν λυπημένη η κακομοίρα η γριά κι από την κάψα της πήγε και πήρε κι άλλη, ακόμη πιο καλή. Τηνε συγύρισε καλύτερα και την έβαλε κι αυτή στο παραθύρι, σα νύφη στο νυφικό δωμάτιό της, και τράβηξε πάλι για τη δουλειά της.

Η τρίτη φορά ήταν για το βασιλόπουλο η πιο μεγάλη φλόγα στα σωθικά του, από τον έρωτα της αμίλητης κοπελούδας. Να σου το και περνά από το παραθύρι της πάλι κι αρχίζει να της λέει ερωτευμένα λόγια. Ναι, που θ’ ακούσει μιλιά απ’ το στόμα της…

 Διαβάστε περισσότερα…

Γράψτε το σχόλιό σας.