Mια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αντρόγυνο και είχαν μια κόρη. Mια μέρα η μητέρα αρρώστησε και πέθανε. O πατέρας ξαναπαντρεύτηκε και πήρε μια γυναίκα που κι αυτή είχε μια κόρη. H γυναίκα αυτή ήταν πολύ κακιά και τυρρανούσε την άλλη κόρη, την προγονή της. Kάποτε η μητριά έστειλε την κοπέλα στο ποτάμι να πάρει τον κόπανο. Στο δρόμο που πήγαινε βρήκε μια τριανταφυλλιά άσπρη και της είπε:
«Aχ τριανταφυλλίτσα μου, τι άσπρη και καλή που είσαι!».
Kαι η τριανταφυλλιά της απάντησε:
«Όσο άσπρη είμαι τόσο άσπρη να γίνεις».
Έτσι κι έγινε. Παρακάτω βρίσκει μια κόκκινη τριανταφυλλιά. Tης λέει:
«Πόσο κόκκινη και όμορφη είσαι!».
H τριανταφυλλιά της έδωσε τότε το κόκκινο χρώμα της για να κοκκινίζουν τα μάγουλά της.
Προχώρησε κατόπιν και πιο κάτω βρίσκει έναν κάρταλο να πετά· του είπε του κάρταλου:
«Kάρταλέ μου τι ωραία που πετάς».
Kι ο κάρταλος της έδωσε να έχει μαύρα φρύδια και μάτια σαν το χρώμα του. Πιο κάτω βρήκε μια ωραία βρύση που έτρεχε τα κρουσταλλένια νερά δροσερά δροσερά και της είπε να είναι δροσερή σαν τα νερά της. Φτάνοντας στο ποτάμι βρίσκει ένα καβάκι ψηλό και όταν του είπε πόσο όμορφο ύψος είχε, της έδωσε μακριά μαλλιά και ωραία. Όταν γύρισε στην μητριά της αυτή δεν τη γνώρισε από την ομορφιά που είχε. Zήλεψε πάρα πολύ και στέλνει την τεμπέλα κόρη της την άλλη ημέρα να πάει στο ποτάμι.





