facebook twitter youtube googleplus
on/off

Ν. ΚέρκυραςΒιβλία: Παραμύθι: Η κοπέλα που παντρεύτηκε πεθαμένο

Ήτανε μια κοπέλα και μια μέρα, εκεί που κεντούσε στη φανέστρα*, πήγε ένα πουλί κοντά της και κελαηδούσε κι έλεγε:

«Η κυρά που κεντά με καμάρι

πεθαμένο άντρα θα πάρει»

Η κοπέλα μόλις άκουσε το πουλί σηκώθηκε και πήρε τους δρόμους. Κάποτε έφτασε σ’ ένα μεγάλο σπίτι. Μπήκε μέσα, μα δεν είδε ψυχή. Τότε άρχισε ν’ ανοίγει μία μία τις κάμαρες και σε μία κάμαρα είδε έναν άνθρωπο πεθαμένο, που τονε τρώγανε οι μύγες. Κάθισε τότε κοντά του και έδιωχνε τις μύγες από πάνω του. Τρία χρόνια, τρεις μήνες, τρεις βδομάδες και τρεις μέρες τονε ξεμύγιαζε. Τότε παρουσιάστηκε μπροστά της μία λάμια και της λέει:

«Πόσο καιρό κάθεσαι εδώ;»

«Τρία χρόνια, τρεις μήνες, τρεις βδομάδες και τρεις μέρες». «Γείρε να κοιμηθείς», της λέει τότε η λάμια, «και θα διώχνω εγώ τις μύγες».

Έγειρε η κοπέλα και κοιμήθηκε, αποκαμωμένη, και στις τρεις ώρες αναστήθηκε ο πεθαμένος. Μόλις είδε τη λάμια την αγκάλιασε και της είπε πως θα την πάρει γυναίκα του. Τότε ξύπνησε κι η κοπέλα κι όταν κατάλαβε αυτό που είχε γίνει πικράθηκε πάρα πολύ κι έλεγε με το νου της: «Δεν είναι αμαρτία να τονε ξεμυγιάζω εγώ τρία χρόνια, τρεις μήνες, τρεις βδομάδες, τρεις μέρες και, για τρεις ώρες, να μου τον πάρει η άλλη;»

Αλλά δε μίλησε. Έτσι, αυτός παντρεύτηκε τη λάμια, γιατί νόμιζε πως αυτή του είχε κάνει το καλό και τον ανάστησε.

Σε λίγο καιρό αυτός ετοιμάστηκε μια μέρα να πάει στη χώρα. Πάει τότε η κοπέλα και του λέει: «Από τη χώρα που θα πας θέλω να μου φέρεις την ανέμη την αγύριστη, την πέτρα της υπομονής και το μαχαίρι της σφαγής. Αν δε μου τα φέρεις να μαρμαρώσει το καράβι μεσοπέλαγα».

Πήγε αυτός στη χώρα , μα ξέχασε την παραγγελία της κοπέλας. Και, πραγματικά, το καΐκι μαρμάρωσε και δεν πήγαινε ούτε μπρος ούτε πίσω.

«Μωρέ, παιδιά», λέει ο καπετάνιος, «τι είναι αυτό το πράγμα; Μήπως έχει λησμονήσει κανένας τίποτα;»

«Εγώ λησμόνισα να πάρω κάτι πράγματα» λέει τότε αυτός.

«Θα γυρίσουμε πίσω», λέει ο καπετάνιος. Αμέσως το καράβι ξεμαρμάρωσε και πήγανε πίσω στη χώρα. Πάει αυτός, βρίσκει τα πράγματα που του είχε παραγγείλει η κοπέλα, μα αυτός που τα πούλησε του λέει: «Πρόσεξε να φανείς πολύ έξυπνος, γιατί θα σφαγεί άνθρωπος και είναι κρίμα. Να προσέξεις να είσαι κοντά στο μαχαίρι, γιατί σαν γυρίσει η ανέμη τρεις φορές κι ακούσει τα πάθια αυτουνού που σου παράγγειλε αυτά τα πράγματα, θα σηκωθεί το μαχαίρι και θα πέσει απάνω του».

Τα πήρε λοιπόν αυτός και τα πήγε στην κοπέλα. Αυτή κλείστηκε σ’ ένα δωμάτιο, τα έβαλε στη σειρά κι έλεγε:

«Γύριζε, ανέμη, γύριζε! Δεν είναι αμαρτία, που τονε ξεμύγιαζα τρία χρόνια, τρεις μήνες, τρεις βδομάδες και τρεις μέρες και για τρεις ώρες να μου τον πάρει η άλλη;»

«Δίκιο έχεις, καημένη, δίκιο έχεις», της έλεγε η ανέμη.

«Και συ, πέτρα της υπομονής, τι μου λες;»

«Δίκιο έχεις, καημένη, δίκιο έχεις…» της έλεγε κι η πέτρα.

Πριν γυρίσει όμως η ανέμη τρεις φορές και πει τα πάθια της η κοπέλα, ορμάει αυτός, που παραμόνευε απ’ έξω, αρπάζει το μαχαίρι και παίρνει την κοπέλα και τη στεφανώνεται.

Τη λάμια την έδεσε σ’ ένα αγριομούλαρο και την έσερνε σ’ όλο το χωριό.

Διαβάστε περισσότερα

Γράψτε το σχόλιό σας.