Το χωριό βρίσκεται πάνω στον οδικό άξονα που έρχεται από τα Πάρτηρα και είναι χτισμένο καταμεσής ενός εύφορου κάμπου με αμπέλια και ελιές.
Το όνομα του χωριού απαντάται το 1379 σε έγγραφο του Δουκικού αρχείου του Χάντακα. Αναφέρεται επίσης σε όλες τις βενετσιάνικες απογραφές με το όνομα Pandea και Βadia το 1630. Στην απογραφή των Οθωμανών (1671) το όνομα του χωριού αναγράφεται Badye ενώ στην αιγυπτιακή απογραφή απογράφεται ως Bathia.
Κατοικείται κυρίως από μουσουλμάνους και μάλλον ανήκει στην ομάδα των χωριών που εξισλαμίστηκαν ομαδικά αμέσως μετά την οθωμανική κατάκτηση της Μεγαλονήσου. Γι’ αυτό και μέχρι την απογραφή του 1881 δεν έχουμε κανένα χριστιανό κάτοικο στο χωριό, οπότε βρίσκουμε μια χριστιανική και δεκατρείς μουσουλμανικές οικογένειες.
Από το 1920 ως το 1928 παρουσιάζεται μια εντυπωσιακή μείωση του πληθυσμού (από 96 μειώνονται σε 59 κάτοικους) ενώ αμέσως μετά, αυξάνεται με γρήγορους ρυθμούς, φτάνοντας τον αριθμό 137 στην απογραφή του 1961, οπότε και πάλι αρχίζει η φθίνουσα πληθυσμιακή πορεία.
Η προέλευση του ονόματος είναι άγνωστη. Η προσπάθεια να ετυμολογηθεί και να συνδεθεί το χωριό με τους Αμπαδιώτες μουσουλμάνους μάλλον θα πρέπει να κριθεί ατυχής αφού το όνομα του χωριού υπάρχει πολύ πριν από την εγκατάσταση των Αμπαδιωτών της Κρήτης στην περιοχή του Μυλοποτάμου. Εκτός κι αν γίνει δεκτή η άποψη ότι οι Αμπαδιώτες ήταν υπολείμματα των Αιγυπτίων- Σαρακηνών που το 825, ως γνωστόν κατέλαβαν την Κρήτη.
Σήμερα το χωριό αν και διαθέτει πλούσια εδάφη με συστηματικές καλλιέργειες και ποικιλία παραγωγής προϊόντων, εντούτοις δεν έχει καταφέρει να συγκρατήσει τη νεολαία στο χωριό.






