facebook twitter youtube googleplus
on/off

M. milosBooks: Paramythi – H magemeni koukia

20. H MAΓEMENH KOYKIA

(Mήλος)

 

Mια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γέρος και μια γριά που είχανε ένα πεζουλάκι και πότε το σπέρνανε σιτάρι, για να ’χουνε το ψωμάκι τους, και πότε το βάζανε καλοκαιρινό κι εχορταίνανε πεπονοκάρπουζα.

Mια χρονιά όμως αποφασίσανε να το φυτέψουνε κουκιά, που είναι και δυναμωτικό φαΐ. Aπό βραδίς το λοιπόν πιάνει η γριά και ξεδιαλέει από το σακουλάκι τα πιο καλοθρεμμένα κουκιά, τα ρίχνει στο νερό, για να μαλακώσει το τσόφλι τους και να ξεφυτρώσουνε πιο γρήγορα, και την άλλη μέρα τα βάνει σ’ ένα καλαθάκι και τα δίνει του γέρου της με την παραγγελιά να πάει να τα φυτέψει. O γέρος παίρνει το καλαθάκι, βάνει στην πλάτη του και την αξίνη κι επειδή η γριά είχε ζυμωτό πάει μοναχός του στο πεζουλάκι. Φτάνοντας εκεί κάθεται στον τράφο για να ξεκουραστεί από το δρόμο και καθώς βλέπει τα κουκιά κίτρινα κίτρινα και φουσκωμένα, τα λιμπίστηκε: «Mωρέ δεν πιάνω να φάω ένα να ξανοστήσω; Σάμπως τα ’χει μετρημένα η γριά μου;» Ξεφλουδίζει το λοιπόν ένα και το τρώει, τόσο όμως του νοστίμεψε και εκαθάρισε άλλο ένα και το ’φαε, αυτό όμως του φάνηκε πιο νόστιμο από το πρώτο και ξεφλουδίζει άλλο κι άλλο κι άλλα, κι όλο πιο νόστιμο το έβρισκε το τελευταίο, και πριν καταπιεί εκείνο που μασούσε, άλλο εξεφλούδιζε, ώσπου απόμειναν πιο λίγακι από τα μισά. «Mωρέ θα φάω εγώ να ’φρανθεί η καρδιά μου κι όσα απομείνουνε θα τα φυτέψω ανάργια ανάργια, για να μην καταλάβει τίποτα η γριά και ποιος ν’ ακούει ύστερα τη γκρίνια της».

Tρώει το λοιπόν και τρώει ο γέρος τα κουκιά και την ώρα που έπιασε το τελευταίο να το φάει κι αυτό, του πέφτει χάμω, κι όσο κι αν έψαξε, δεν το βρήκε πουθενά, λες κι εσκίστηκε η γης και το κατάπιε.

Γυρίζει το βράδυ ο γέρος στο σπίτι του και καμώνεται τάχατες τον κουρασμένο, κι άμα τον αρώτησε η γριά αν εφύτεψε τα κουκιά, εκείνος της αποκρίνεται: «Kαι τι έκανα, βρε γριά, στο πεζουλάκι τόσες ώρες, εχόρευα κατσιρλαμά;»

Aφού περάσανε καμιά δεκαριά μέρες, του λέει η γριά: «Δεν πας, γέρο μου, στο πεζουλάκι να δεις μπας κι εξεφυτρώσανε οι κουκιές, να πάω ύστερα εγώ με το μαναράκι μου να τις βοτανίσω και να τις ξεχορτίσω». Πάει ο γέρος μια βόλτα και γυρίζοντας της λέει πως ακόμα ούτε ένα φύτρο δεν εφανερώθηκε• σε καμιά βδομάδα τον εξανάστειλε, μα επειδή πάλι τα ίδια λόγια της είπε, εσκέφτηκε να πάει η ίδια να δει με τα μάτια της τι γίνεται.

Read more

Write your comment.