facebook twitter youtube googleplus
on/off

ΑpeiranthosFolklore: Tou Purgou to stoixeio

Διήγημα της Ειρήνης Β. Πολυκρέτη, εμπνευσμένο από προσωπικά βιώματα των παιδικών της χρόνων, στηριζόμενο σε πραγματικά περιστατικά και ιστορικά στοιχεία.

Περήφανος, ολόρθος, φωτολουσμένος φάνταζε στο μεγαλείο του σε χρόνια περασμένα ο πύργος του Δετσοβασίλη, στη δυτική πλευρά της Απειράνθου, απέναντι από το Φανάρι (βουνό) και στη γειτονιά της Καταπολιανής (εκκλησίας). Βρίσκεται μέσα σε μια μεγάλη αυλή, είναι διώροφος με δυο εισόδους. Η μία στον κάτω όροφο και η άλλη με μια μαρμάρινη σκάλα οδηγεί στον επάνω με το ξύλινο πάτωμα και το μεγάλο μπαλκόνι. Παλιά αρχοντική απεραθίτικη οικογένεια, με γιο γιατρό, είχε επιστρέψει από την Ρωσία με πολλά λεφτά και θέλοντας να ζει την κοσμοπολίτικη ζωή της χλιδής και του πλούτου έκτισε το μεγαλόπρεπο διώροφο αρχοντικό της με τα μπαλκόνια και τα παραθύρια, αληθινό ανάκτορο, που πύργος καθιερώθηκε να λέγεται. Και πράγματι στον θεατή δίνει την όψη Πύργου. Φωτολουσμένος ολημερίς έδινε την αίσθηση του μεγαλείου και της δόξας. Αχώριστος φίλος του ο ήλιος σε όλη την μεγαλόπρεπη διαδρομή του τον έλουζε μέσα κι έξω και μόνο το βράδυ, θέλοντας να γείρει στου βουνού την πλαγιά και να ησυχάσει, τον καληνύχτιζε παίρνοντας μαζί του τις τελευταίες του ακτίνες από τα τζάμια των παραθυριών. Η μεγάλη συκαμιά απ’ έξω στον αυλόγυρο προσελκύει μέχρι σήμερα τους περαστικούς με τα γλυκά της συκάμινα.

Οι άρχοντες του Πύργου σαν άνθος του αγρού μαράθηκαν, έσβησαν στην φθορά του χρόνου διαγράφοντας συγχρόνως την ματαιότητα κάθε φθαρτού που λαμπυρίζει στον ήλιο και τελικά καταλήγει της γης σκουλήκι.

Κι αυτός ο Πύργος σήμερα δεν είναι όπως πριν. Ερειπωμένος υψώνεται προσμένοντας απελπισμένος κάποιο σπλαχνικό βλέμμα να πέσει επάνω του και να ανατρέψει τη φθορά, πριν επέλθει το μοιραίο. Έτσι κατάντησε το παλιό αρχοντικό, ο πανώριος Πύργος του Δετσοβασίλη. Σαν καμπουριασμένος γέρος στου χρόνου τη φθορά ζητάει δεκανίκια για να στηριχθεί. Καθώς είναι βυθισμένος στο σκοτάδι της ερήμωσης, ο ήλιος τώρα βαδίζοντας τη φωτόμορφη πορεία του δεν έχει πια σχέση φιλική μαζί του. Δε δέχεται τις φιλικές του ακτίνες. Δεν ανταποκρίνεται στη παλιά τους φιλία. Σαν τον άνθρωπο που βρίσκεται σε κώμα δε ζωντανεύει πια ελπίδα γι’ αυτόν. Ο Πύργος του Δετσοβασίλη, που πέρα από τον ήλιο φωτίστηκε και με το φως της γνώσης, σε χρόνια περασμένα, όταν Δημοτικό Σχολειό δεν υπήρχε στην Απείρανθο και στέγαζε στις αίθουσές του τις τάξεις τρίτη και τετάρτη.

Αυτός ο Πύργος αν είχε γλώσσα πόσα δεν θα είχε να μας πει. Σαν την γιαγιά που στα παιδιά μιλάει για παραμύθια, πολλές ιστορίες θα μας έλεγε. ¨Όμως είχε και ένα φοβερό μειονέκτημα: Όταν πέθαναν οι άρχοντές του κι έμεινε ακατοίκητος για πολύ καιρό, στοίχειωσε. Έτσι τα παιδιά που περνούσαν απ’ έξω φοβόντουσαν. Λαχανιασμένα ανέβαιναν τις σκάλες του δρόμου για να ξεφύγουν το στοιχειό του. Και όταν πάλι κατέβαιναν σαν τα πουλιά που πετούν, περνούσαν γρήγορα κάνοντας το σταυρό τους, μη στο ψηλό παράθυρο προβάλει και επάνω τους ορμήσει. Φοβερός μπαμπούλας το στοιχειό. Κανένα παιδί δεν τολμούσε νύχτα απέξω να περάσει αλλά ούτε και μεσημέρι. Του Πύργου το στοιχειό, κρυμμένο πίσω από το ψηλό παράθυρο προς το δρόμο φύλαγε καραούλι. Κι αν έβλεπε μικρό παιδί, αλίμονο του θα το ’κοβε στα δυο. Έτσι τα παιδιά ούτε νύχτα αλλά ούτε μεσημέρι δεν τολμούσαν απέξω να περάσουν. Τα χρόνια που ο Πύργος λειτουργούσε ως Σχολείο μόνο τις ώρες που γινόταν το μάθημα το στοιχειό έφευγε, γιατί ο παπάς που είχε κάνει αγιασμό στην αρχή της χρονιάς το είχε ξορκίσει την ώρα του σχολειού παιδί να μην πειράξει. Φοβόταν πολύ το σταυρό και την προσευχή που έκαναν τα παιδιά το πρωί. Όταν το μάθημα τελείωνε το στοιχειό σαν λαμπηδόνα ερχόταν και κατοικούσε αναπαυμένο και ολομόναχο στο σκοτεινό Πύργο του. Πού πήγαινε όταν έφευγε; Πολλές γυναίκες έβλεπαν πότε μια γριά άγνωστη και πότε ένα αράπη να κατεβαίνουν τις σκάλες της γειτονιάς και να μπαίνουν στο Πύργο του Μπαρδάνη που είναι λίγο πιο κάτω. Τα μάτια του άστραφταν στο μαύρο του πρόσωπο, κι έκοβε όποιον έβλεπε. Μάλιστα η Μπρούσκαινα έβλεπε τακτικά τον αράπη με γένια μακριά. και μια μέρα της είπε: Έλα μαζί μου εδώ στον Πύργο να με ξυρίσεις και θα σου δώσω πολλά λεφτά. Η γυναίκα φοβισμένη αλλά και δελεασμένη από την υπόσχεση των χρημάτων, καθώς ήταν και φτωχιά, ξεπέρασε κάπως το φόβο της και τόλμησε να του πει: Θέλεις να ’ρθω με τον άνδρα μου; Όχι, της λέει, σε θέλω μόνη. Του ξαναλέει η γυναίκα: Αν θέλεις μόνο με τον άνδρα μου έρχομαι. Ακόμη και στον ύπνο της τον έβλεπε τα ίδια να της λέει. Η γυναίκα όμως μόνο με τον άνδρα της του έλεγε κάθε φορά ότι δέχεται να τον επισκεφθεί και να τον ξυρίσει. Τελικά ο αράπης δε δέχθηκε και η γυναίκα δεν πήγε. Η καϋμένη, πέθανε φτωχιά, αλλά την πρόσκληση του αράπη δεν την δέχθηκε.

Το στοιχειό του Πύργου είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος όχι μόνο των μικρών αλλά και των μεγάλων.

Στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής γνώριζαν ακόμη και οι Γερμανοί ότι ο Πύργος του Δετσοβασίλη ήταν στοιχειωμένος, κι απ’ έξω κανένας δεν περνούσε. Έτσι όταν το καλοκαίρι του 1944 ήρθαν στο νησί οι Εγγλέζοι, ο αντιστασιακός αξιωματικός απ’ την Απείρανθο Σπύρος Φραγκίσκος, εγγονός του Δετσοβασίλη (Ο Δετσοβασίλης ήταν πατέρας της μάνας του Σπύρου) τους υποδέχθηκε στον Καλαντό1 και τους έφερε κρυφά, νύχτα στην Απείρανθο κρύβοντάς τους στον ακατοίκητο τότε και στοιχειωμένο Πύργο2. Οι Γερμανοί, λοιπόν, γνωρίζοντας ότι ο Πύργος είναι ακατοίκητος και στοιχειωμένος ούτε καν υποπτεύονταν ότι εκεί μέσα κρύβονται οι Εγγλέζοι. Διαδόθηκε η φήμη ότι οι Εγγλέζοι ήρθαν στη Νάξο. Οι Απεραθίτες γνώριζαν τον ερχομό των Εγγλέζων στο χωριό και, καθώς ήταν όλοι αντιστασιακοί, το κρατούσαν μυστικό από τους Γερμανούς. Ακόμη και τα μικρά παιδιά έπρεπε να προσέχουν που κι αυτά έκαναν με τον τρόπο τους τον αγώνα κατά των Γερμανών. Η περίπτωση της μικρής Κυριακής είναι χαρακτηριστική: Ένα Σάββατο βρέθηκε με τη μάνα της την ονομαστή Παρασκευούλα στο σπίτι της Ανταμαγγελίκας, απέναντι από τον Πύργο όπου ζύμωνε. Το κοριτσάκι άθελά του, γιατί φοβόταν ν’αντικρύσει τον στοιχειωμένο Πύργο, είδε μέσα από το τζάμι που ήταν προς το σπίτι της Ανταμαγγελίκας δυο ανθρώπινες μορφές (ήταν Εγγλέζοι) μέσα στον Πύργο, εντυπωσιάστηκε και τόπε στη μάνα του. Η μικρή Κυριακή της έμεινε στη μνήμη αυτό που της είπε η μάνα της: Μην το πεις πουθενά. Και διηγείται πως φοβήθηκε η μάνα της μην τυχόν και του ξεφύγει και το μάθουν οι Γερμανοί. Ήταν μικρή κι έπρεπε να το κρατήσει μυστικό. Όλο το χωριό ήταν αντιστασιακό, ακόμη και τα μικρά παιδιά και το ’δειχναν έμπρακτα τόσο οι μεγάλοι όσο και οι μικροί με όποιο τρόπο μπορούσε ο καθένας.

Οι Εγγλέζοι μες στον Πύργο συμμάχησαν με το στοιχειό. Το στοιχειό που πάντα το κακό ενεργεί, αυτή τη φορά του άρεσε η παρέα των Εγγλέζω, αφομοιώθηκε με την Αντίσταση, έλαβε τη μορφή Εγγλέζου για να μη το φοβούνται οι χωριανοί, του φόρεσαν οι Εγγλέζοι και μια δική τους φορεσιά, κι έτσι δεν ξεχώριζε απ’ αυτούς και του άρεσε να ενεργεί κι αυτό κρυφά μαζί τους.

Κρυμμένοι οι Εγγλέζοι στο στοιχειωμένο Πύργο κι έχοντας τη συμμαχία του στοιχειού συνεννοούνταν με τον Σπύρο κι έκαναν σχέδια εναντίον των Γερμανών. Οι Απεραθίτες, όσο διάστημα ήταν οι Εγγλέζοι στον Πύργο, ήταν ήσυχοι, δεν φοβούνταν να περάσουν απ’ έξω, αφού το στοιχειό μόνο στους Γερμανούς θα ’κανε κακό. Όμως πέρα από τη συνεργασία του στοιχειού με τους Εγγλέζους εναντίον των Γερμανών, κι αφού έγινε η απελευθέρωση κι έφυγαν οι Γερμανοί και οι Εγγλέζοι τελείωσαν την αποστολή τους κι έφυγαν κι αυτοί, ο Πύργος και πάλι έμεινε ακατοίκητος από ανθρώπους και το στοιχειό μόνο του κατοικούσε μέσα. Επειδή ήθελε να κάνει πάντα κακό και δεν υπήρχαν πια οι Γερμανοί να τους τσακίζει και να τους εξολοθρεύει, έγινε πάλι ο φόβος και ο τρόμος μικρών και μεγάλων.

Ήρθε όμως μια εποχή που ο Πύργος χρησίμευσε για να στεγάσει δύο τάξεις του Δημοτικού Σχολείου, όπως αναφέραμε παραπάνω, γιατί τα παιδιά ήταν πολλά και είχαν μοιρασθεί στου Βασιλακάκη και στου Φρατζέσκου τα σπίτια. (Το σημερινό Σχολείο δε υπήρχε τότε). Άρχισε πάλι καινούργια δράση το στοιχειό.

Μια μέρα, λοιπόν, που την σκίαζε ο χειμώνας και το κρύο ήταν τσουχτερό αγγίζοντας το κόκαλο, τα παιδιά της τρίτης τάξης, που έκαναν στον επάνω όροφο μάθημα, δεν πρόφτασαν στην αίθουσα να μπουν κι αντίκρισαν να βγαίνει από την τάξη μια γριά.. Το πρόσωπό της ήταν μαύρο, ρυτιδιασμένο, με μαλλιά ανάκατα, άγρια καμπουριασμένη και στο χέρι της κρατούσε μια βέργα Σαν μάγισσα αγριοκοίταξε τα παιδιά και το βλέμμα της καθηλώθηκε πάνω στην Τασία. Τα παιδιά από τον φόβο τους έκαναν πίσω. Ξέρεις ποια είμαι εγώ; λέει στην Τασία. Η Τασία μιλιά δεν έβγαλε. Τη στρίμωξε στη γωνιά της σκάλας και της ξαναλέει: Θα σου δείξω εγώ ποια είμαι. Άπλωσε το χέρι σου πολιοκόριτσο. Η Τασία κατουρήθηκε από το φόβο της και απλώνοντας το παγωμένο χεράκι της δέχθηκε το κτύπημα της βέργας. Ήταν τόσο δυνατό που ακούστηκε δυνατά ο γδούπος. Τα παιδιά, φοβισμένα πανικοβλήθηκαν και πέφτοντας το ένα πάνω στο άλλο, προσπαθούσαν να βγουν στην αυλή και να γλιτώσουν. Άπλωσε και το άλλο ξαναστριγγλίζει η γριά. Και πάλι δεύτερη βεργιά στο απαλό και παγωμένο της χεράκι. Κλαμένη η Τασία, ζητώντας ανακούφιση από τον πόνο, μάζεψε τα πονεμένα της χεράκια κάτω από τις μασχάλες και τα δάκρυα μούσκευαν το προσωπάκι της. Η γριά, αλίμονο, θα τσάκιζε και τη Βούλα, που τη στρίμωξε κι αυτή κοντά στην πόρτα, αν η δασκάλα δεν έπαιρνε είδηση. Κυρία χανόμαστε. Τι συμβαίνει, παιδιά; Ακούστηκε ταραγμένη η φωνή της. Από τη μια τρομάρα στην άλλη η Δασκάλα. Μόλις είχε συνεφέρει το Μιχάλη, που τραυμάτισε το μόδι του κι έκλαιγε καθώς έβλεπε τα αίματα να τρέχουν, και άκουσε τις τρομαγμένες φωνές των παιδιών. Η γριά μόλις άκουσε τη φωνή της Δασκάλας, με τη βέργα στο χέρι, έγινε άφαντη.

Η Δασκάλα έβαλε τα παιδιά στην τάξη και προσπαθούσε να μάθει τι είχε συμβεί. Τα παιδιά φοβισμένα δε μιλούσαν και μαζεμένα κοίταζε το ένα το άλλο. Τα δάκρυα της Τασίας είχαν μουσκέψει το προσωπάκι της και πονώντας έδειξε στην Δασκάλα τις κατακόκκινες παλάμες της. Μας έσωσες, Κυρία, από την παλιόγρια, φώναξε ο Σταυρής διακόπτοντας τη νεκρική σιωπή της τάξης. Θα μας σκότωνε όλους αν δεν άκουγε τη φωνή σου. Η Δασκάλα δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί, και με δυσκολία προσπαθούσε να καθησυχάσει τους μαθητές της από την τρομάρα και το φόβο τους. Συλλογίστηκε: Μην είδαν φάντασμα; Μην είδαν το στοιχειό; Πολλές φορές τους έλεγε αστεία, και τώρα θέλοντας να τα καθησυχάσει και συγχρόνως να τα διασκεδάσει, άρχισε το μάθημα τη Γραμματικής συνδυάζοντάς το με την ψυχολογία τους. Έγραψε στον πίνακα τη λέξη Άγγελος και τη χώρισε σε συλλαβές. Απ’ το μυαλό των παιδιών αμέσως έφυγε η γριά και μπήκε ο λευκοντυμένος Άγγελος με τα πανώρια του φτερά. Πού θα τονίσουμε τη λέξη; Ρωτάει η Κυρία. Στην προπαραλήγουσα, πετιέται η Βδοκιά κι απαντά. Και τι τόνο θα βάλουμε, Βδοκιά; Σιωπή η Βδοκιά. Αλλά και κανένα δεν απάντησε. Ε, παιδιά, λέει η Δασκάλα:

Στην προπαραλήγουσα ο τόνος άμα μπαίνει

οξεία θε να βάνομε κι όχι περισπωμένη!

Τα παιδιά γέλασαν. Για πέστε το όλοι μαζί. Κι άρχισαν τα παιδιά:

Στην προπαραλήγουσα ο τόνος άμα μπαίνει

οξεία θε να βάνομε κι όχι περισπωμένη!

Σας άρεσε, παιδιά; Ναι, Κυρία, φώναξαν όλα μαζί.

Η Δασκάλα ξαναγράφει στον πίνακα τις λέξεις: κοπελατοπος.

Πού θα βάλουμε τον τόνο; Στο ε και ο φωνάζει ο Βασίλης. Μπράβο, Βασίλη. Και τι τόνο θα βάλουμε; Του λέει η Κυρία. Μιλιά ο Βασίλης.

Και πάλι κανένας δεν απάντησε. Και η καλή τους Κυρία πάλι λέει:

Στο ε και ο ο τόνος άμα μπαίνει

οξεία θε να βάνομε κι όχι περισπωμένη.

Και πάλι άρεσε και αυτό στα παιδιά και ξεκαρδίστηκαν στα γέλια. Βλέπω, σας άρεσε, παιδιά, τους λέει πάλι η Δασκάλα. Για να το πείτε όλοι μαζί.

Κι άρχισαν τα παιδιά:

Στο ε και ο ο τόνος άμα μπαίνει

οξεία θε να βάνομε κι όχι περισπωμένη.

Πέστε μας κι άλλα, Κυρία, φώναξαν ενθουσιασμένα. Η Κυρία ξαναγράφει στον πίνακα τις λέξεις: αλώνι (με δασεία στο α) – εποχή (με ψιλή στο ε). Πως τα λένε αυτά που είναι πάνω στο α και ε ;

Μισοφέγγαρα, Κυρία, ακούστηκε η φωνή του Μανώλη. Όχι Μανώλη, δεν είναι μισοφέγγαρα, τα λένε πνεύματα. Εγώ, Κυρία, μισοφέγγαρα τα βλέπω, ξανάπε ο Μανώλης. Η Κυρία γέλασε και σχεδιάζοντας στον αέρα τα σχήματα, τους λέει: Προσέξτε, παιδιά, αυτό που ζωγραφίζω με το χέρι μου από αριστερά προς τα δεξιά και κάνει μισό κύκλο το λένε ψιλή. Και αυτό, από δεξιά προς αριστερά, πάλι μισό κύκλο το λένε δασεία. Δεν καταλαβαίνω, Κυρία, ξαναφωνάζει ο Μανώλης. Πώς να σας το δώσω να το καταλάβετε;

Η ψιλή και η δασεία

πνεύματα ναι κι όχι αστεία.

Το κοτσάκι άρεσε στα παιδιά και ξεκαρδίστηκαν στα γέλια. Βλέπω σας άρεσε, τους λέει και πάλι η Κυρία. Το καταλάβατε τώρα; Ναι, ναι, Κυρία, φώναξαν και πάλι ενθουσιασμένα. Για πέστε το και σεις τραγουδιστά. Κι άρχισαν τα παιδιά να το τραγουδούν στον όμορφο ρυθμό των κοτσακιών.

Η ψιλή και η δασεία

πνεύματα ναι κι όχι αστεία.

Πέστε μας κι άλλα, Κυρία. Η Δασκάλα πήρε σοβαρό ύφος και τούς είπε: Ακούστε τώρα κάτι άλλο. Αύριο θα έρθει ο Επιθεωρητής στην τάξη. Μην εμφανιστεί πουθενά βέργα, θέλω να είστε διαβασμένα και να με βγάλετε ασπροπρόσωπη στον Επιθεωρητή. Να διαβάσετε καλά, μην μπερδευτείτε και τα χάσετε, να απαντάτε σωστά σε ό,τι σας ρωτήσει. Τα παιδιά σοβαρεύτηκαν. Ευτυχώς χτύπησε το κουδούνι και δεν πρόφθασαν να χάσουν το κέφι τους. Ανακουφίστηκαν και βγαίνοντας έξω για να φύγουν, καθώς είχαν σχολάσει τραγουδούσαν γελαστά και φωναχτά:

Η ψιλή και η δασεία

πνεύματα ναι κι όχι αστεία.

Στο ε και ο ο τόνος άμα μπαίνει

οξεία θε να βάνομε κι όχι περισπωμένη.

Την άλλη μέρα, όπως είχε πει η Δασκάλα στα παιδιά, πρωί- πρωί εμφανίζεται ο Επιθεωρητής με τη Δασκάλα να τον συνοδεύει στην τάξη. Τα παιδιά με σεβασμό τον υποδέχθηκαν όρθια. Καλημέρα σας, καλά μου παιδιά. Καλημέρα σας, Κύριε Επιθεωρητά. Ακούστηκαν να λένε όλα μαζί. Καθίστε στα θρανία σας, τους είπε ο Επιθεωρητής. Τα παιδιά κάθισαν παρακολουθώντας κατάματα τον Επιθεωρητή.

Είχαν κάπως ένα σοκ αλλά ένοιωθαν και μια μεγάλη ανακούφιση περισσότερο οι μαθητές που συνήθως ήταν αδιάβαστοι, γιατί βέργα στην τάξη δεν υπήρχε. Λέει, λοιπόν, ο Επιθεωρητής: Τι έχετε σήμερα; Η Βούλα που ήταν από τις αδιάβαστες μαθήτριες είπε με ανακούφιση: Δεν έχομε. Τι δεν έχετε; Εγώ σας ρώτησα τι έχετε. Ξαναλέει η αδιάβαστη Βούλα; Βέργα δεν έχομε, Κύριε Επιθεωρητά. Η Δασκάλα τάχασε και μουδιασμένη έμεινε ακίνητη, σαν να ’πεσε κεραυνός και την έκαψε. Τί έγινε η βέργα; Ρωτάει ο Επιθεωρητής. Και η Βούλα που νόμιζε πως ξέρει καλά να απαντά στις ερωτήσεις του Κυρίου Επιθεωρητή, είπε ενθουσιασμένη: Την πήρε κι έφυγε μια κακιά γριά που ήρθε χθες στην τάξη μας. Σκότωσε την Τασία και θα σκότωνε και την Βούλα, θα μας σκότωνε όλους. Αλλά ευτυχώς άκουσε την φωνή της Κυρίας μας και γλιτώσαμε. Αμέσως εξαφανίστηκε, πήρε την βέργα και έγινε άφαντη από τα μάτια μας. Η κυρία μας είναι καλή και μας λέει τραγουδάκια. Για να ακούσω ένα τραγουδάκι, είπε ο Επιθεωρητής. Κι άρχισαν τα παιδιά:

Η ψιλή και η δασεία

πνεύματα ναι κι όχι αστεία.

Ξέρετε άλλο; Τα ρωτάει ο Επιθεωρητής. Ναι, κύριε Επιθεωρητά. Κι άρχισαν να τραγουδούν στο ρυθμό τους:

Στο ε και ο ο τόνος άμα μπαίνει

οξεία θε να βάνομε κι όχι περισπωμένη.

Και συνέχισαν:

Στην προπαραλήγουσα ο τόνος άμα μπαίνει

οξεία θε να βάνομε κι όχι περισπωμένη!

Γέλασε ο Επιθεωρητής κι ενθουσιασμένος τους λέει: Μπράβο παιδιά, έχετε πολύ καλή Κυρία. Όμως το κουδούνι χτύπησε για διάλλειμα και τα παιδιά βγαίνοντας από την τάξη και κατεβαίνοντας τις σκάλες τραγουδούσαν χαρούμενα επαναλαμβάνοντας τα τραγουδάκια που είπαν στον Επιθεωρητή. Ήταν κι ενθουσιασμένα γιατί έβγαλαν ασπροπρόσωπη την Κυρία τους.

Ο Επιθεωρητής έφυγε. Οι χαρούμενες φωνές και τα τραγούδια των παιδιών μεθούσαν την ατμόσφαιρα, που σαν μελίσσι που βουίζει άφηναν την σφραγίδα της ικμάδας τους και τη χάρη της παιδικής ζωηρότητας. Όμως η δασκάλα μουδιασμένη, σκεφτόταν την κακιά γριά. Ποια να ήταν αυτή που με τη βέργα χτυπούσε τα παιδιά; Αναρωτιόταν κάθε τόσο και μονολογούσε. Τι να φαντάστηκε άραγε ο Επιθεωρητής για την παλιόγρια με τη βέργα που την πήρε κι έφυγε; Τελικά, μονολογούσε η δασκάλα, μαυροπρόσωπη μ’ έβγαλαν τα παιδιά.

Μεγάλωσαν τα μαθητούδια. Και τώρα απ’ τον Πύργο σαν περνούν στην φαντασία τους ζωγραφίζεται το στοιχειό, που στο ψηλό παράθυρο προς το δρόμο φοβόντουσαν μη ξεπροβάλει και τον σταυρό τους έκαναν για να το διώξουν. Ο στοιχειωμένος Πύργος! Ναι! Μέσα του στοίχειωσε η ζωή των μαθητών μιας εποχής αγύριστης στο χρόνο.

Υποσημειώσεις

1 Παραθαλάσσια περιοχή της Νάξου.

2 Αξίζει να ιστορηθεί ότι οι κοπέλες του χωριού όταν έμαθαν για τον ερχομό των Εγγλέζων στης Αξάς τα μέρη χάρηκαν και συνδύασαν αυτή τους τη χαρά με της νιότης την περιέργεια και ανυπομονησία προκειμένου να τους δουν. Η Απεραθίτικη μούσα ήδη είχε αρχίσει να συνθέτει κοτσάκια για τους Εγγλέζους και την ίδια μέρα που έφθασαν στη Νάξο με χαρά συνέχισε.

Παραθέτουμε μερικά των περιστάσεων:

Το νησί χαρά θε νάχει

ότι νάρθουν οι συμμάχοι.

Θάρθουν οι Αμερικάνοι

και κανείς δε θα πεθάνει.

Ειν’ οι Εγγλέζ’ επά κοντά

κι η Λευτεριά χαμοβροντά.

Θε να τρώμε σ’ ένα μήνα

Θε να τρώμε σ’ ένα μήνα

Κι ότι νάρθουν οι Εγγλέζοι

θε να στρώσωμε τραπέζι.

(Κι όταν ήρθαν):

Υποβρύχια στον Κάλα-

ντο τσ’ Εγγλέζοι απόψε βγάλα ( βγάλανε).

Εγγλέζοι ’ναι στο Καλαντό

και να τσοι δω δε καϊαντώ.

Με κανένα δε ντα παίζω

και θα πάρω ’να Εγγλέζο.

Ήρθαν οι Αγγλοαμέρι-

κάνοι στου χωριού τα μέρη.

Ειρήνη Β. Πολυκρέτη

Θεολόγος

Write your comment.