ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
Α.Θυμάμαι από τα παιδι-κά μου χρόνια ότι οι μανά-δες του χωριού μαυροντυ-μένες και με μαύρο μαντή-λι δεν φαινόντουσαν νέες. Ακόμα και τον καιρό που θα μπορούσαν να αφήναν μια τέτοια εντύπωση δεν τις θυ-μάμαι νέες. Θαρρούσα πως πάντα ήταν γριές και αυτή η κατάσταση όχι μόνο δεν τους πήγαινε αλλά είχε γί-νει στο τέλος και τίτλος τους.Τα γερατειά της μάνας ταιριάζουν στο σύνολο της, στην έκφραση της, καθώς έβγαινε από την πείρα της ζωής, από τις πίκρες της, που, σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια, σφράγιζαν τη μορ-φή της μάνας περισσότερο από τις χαρές. Και το μάτι της, όσο και να χαμογελούσε για χάρη των άλλων, όσο και να σκέπαζε τη καρδιά, και με όσα έμεναν μέσα στη καρδιά (με κρεμασμένους εκεί τους πόνους) στεγνό έδειχνε, από τη συνήθεια.Φέρνω στο νου μου την εικόνα που είχα δει σε πολ-λά σπίτια όταν η μάνα άνα-βε το καντήλι στο εικονο-στάσι, αμίλητη, με τρέμου-λο, με ένα απίθανο ψυθιρι-στικό πέπλο πάνω στα χεί-λη της• ξανάκανε το σταυ-ρό της και με κατεβασμένα τα μάτια της ξεμάκραινε λί-γο-λίγο με εκείνη την απερί-γραπτη διάθεση, που δίνει η ευλάβεια στις κινήσεις των πιο απλών ανθρώπων. Είχα την εντύπωση πως οι μανά-δες γνωριζόντουσαν με την Παναγία από πολλά χρόνια. Νόμιζα ότι πάντα κάτι της έλεγαν κάτι της εκμυστη-ρευόντουσαν, κάτι της ζη-τούσαν, χωρίς να την κοι-τάζουν κατά πρόσωπο, από σεβασμό. Σήκωναν μόνο τη σκούρα όψη τους στο σκού-ρο εικόνισμα, για δευτερόλε-πτα την έβλεπαν με το βρέ-φος στην αγκαλιά, επικοινω-νούσαν μαζί της σαν μάνα με μάνα και αμέσως χαμή-λωναν το κεφάλι κάνοντας μια βαθύτατη υπόκλιση.Από τότε κάθε φορά που βρίσκομαι αγνάντια σε καν-δήλι θυμάμαι εκείνες τις μα-νάδες με τη «γερασμένη» όψη και την δυνατή θρη-σκευτική πίστη. Β. Στη περιοχή μας τη γιαγιά, την μάνα της μά-νας ή του πάτερα τη λέγανε «ΚΥΡΑ». Έχω ακόμα μπρο-στά στα μάτια μου την ει-κόνα της κυράς του χωριού. Ψηλόσωμη ή και μικροκα-μωμένη, με μακριά φουστά-νια και γιουρντι, ξερακιανή, μαυριδερή με όψη αυστη-ρή. Τα εγγόνια την αγαπού-σαν, τη σεβόντουσαν και την φοβόντουσαν. Δεν ήταν κα-κιά, αλλά έδειχνε την αγάπη της στα εγγόνια πάντα μ ετ’ άγριο. Όταν η μάνα απου-σίαζε από το σπίτι για θέρο ή ελιές στο κάμπο, η Κυρά φρόντιζε τα μικρά εγγόνια, τους ετοίμαζε το πρωινό κρασόψωμο και το φαί της ημέρας και λειτουργούσε το νοικοκυριό.
Ν.Α.Δ





