facebook twitter youtube googleplus
on/off

ΑpeiranthosFolklore: Christmas Memories (Dimitris Economidis)

Ωραία Απείρανθος!… Σαν στην πραγματικότητα σε βλέπω με την φαντασία μου να στέκεις καμαρωτά μπροστά μου αυτή τη στιγμή που γιορτάζεις τα Χριστούγεννα και τις όμορφες μέρες του καινούριου χρόνου. Η ζωγραφιά σου γίνεται πάντοτε ζωηρότερη σαν έρχεται καμιά γιορτή μεγάλη, από κείνες που μόνο τα χωριά ξέρουν να πανηγυρίζουν. Την ξεχνάει κανείς την Αθήνα αυτές τις μέρες και θυμάται τον τόπο που γεννήθηκε και δοκίμασε τις καλύτερες μέρες της πιο αμέριμνης και ξέγνοιαστης ζωής. Ξαναγυρίζω στα παιδικά μου χρόνια, που σαν ερχόντουσαν Χριστούγεννα και δεν είχαμε απ’ την παραμονή σχολειό, τρέχαμε παρέες-παρέες να φκιάξουμε τους βόλους για το παίξιμο του τσικακιού (είχαμε πενταροδεκάρες μπακίρες) και γυρίζαμε τα δώματα πηδώντας από σπίτι σε σπίτι, τα περίφημα σάρτα που σήμερα για να τα καλοθυμηθούμε τρομάζουμε με την απορία πώς εμείς μικρά παιδάκια τότε, είχαμε τέτοια αντοχή και δύναμη να πηδάμε τόσο μάκρος και τόσο ύψος!…

Το σούρουπο νωρίς τρέχαμε στα σπίτια και λέγαμε τα κάλαντα με αυτοσχέδια δίστιχα, που το περιεχόμενό τους στρέφονταν γύρω από το κάθε σπιτικό και τα πρόσωπα της κάθε οικογένειας. Πόσες ευχές και πόσα ευχαριστώ μαζί με τις δεκάρες δεν παίρναμε απ’ το χέρι της αγαθής οικοδέσποινας, ιδίως σαν τα τραγούδια μας ήταν πετυχημένα!

Κοιμώμαστε νωρίς για να ξυπνήσομε στις τρεις απ’ τα μεσάνυχτα, μόλις θα χτυπούσε με τον γλυκό διαπεραστικό τόνο που σκορπούσε με μια ιδιαίτερη χροιά, το διπλοκάμπανο της Παναγίας. Πηγαίναμε στην εκκλησιά δυο-δυο μαζί ή και περισσότεροι, φίλοι και συμμαθητές τρεχάλα και με σφυριές, που πνιγόντουσαν μέσα στο βοητό που έκαναν οι καμπάνες. Ο αυγερινός λαμποκοπούσε πάνω απ’ το μύλο του Φρατζέσκου, σκορπίζοντας τη λάμψη του σ’ ολόκληρη τη γύρω πλάση.

Σε λίγο είμαστε στην Παναγία κοντά στο αναλόγιο που το στόλιζε η επιβλητική φυσιογνωμία του καλλίφωνου ψάλτη και σχολάρχη (τότε) κ. Βλασίου Σφυρόερα και ψάλλαμε κι εμείς μαζί του το «Η γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών…», ενώ συχνά οι ψηλές ή χαμηλές φωνές μας, χαλούσαν ολόκληρη την ψαλμωδία.

Τι ωραία που ήταν η εκκλησία μας! Στην ανδρική λαμποκοπούσε η βράκα η καινούρια με τα ολόασπρα φουντωτά στα χέρια πουκάμισα, στη γυναικεία τα κοπελούδια με ό,τι καλό είχαν να φορέσουν. Και κάτω προς την είσοδο η μορφωμένη τάξη, οι ανώτεροι…

Οι παπάδες έχοντας στη μέση τον πιο ηλικιωμένο και στο βαθμό μεγαλύτερο παπά, συμπλήρωναν την ωραία εικόνα της εκκλησίας μας.

Ξημερώνει’ τα ξυπνητήρια (πετεινοί) συντονίζουν τα κουκορίκου των και οι λειτουργημένοι φεύγουν για τα σπίτια τους.

Να! Στης πασχαλιάς το δρόμο ξεχωρίζω τον παλιό μου δάσκαλο με την κυρτή τη ράχη και το βαρύ το μαύρο κομπολόι που οι χάντρες του ανεβοκατεβαίνουν στα τέλεια εξασκημένα και κιτρινιασμένα απ’ το τσιγάρο χέρια του.

Να και ο τέως δήμαρχος με το ψηλό μπαστούνι, την καμπούρα και τα γρήγορα πόδια.

Παραπέρα ο γιατρός με το ωραίο πρόσωπο και το φρεσκοσιδερωμένο παντελόνι που έρχεται με τον αστυνόμο και τον ενωμοτάρχη.

Να και ο ασπρομάλλης παπάς, το σεβαστότερο πρόσωπο της μικρής κοινωνίας μας, με τ’ άσπρα και πυκνά γένεια και το σάλι του ριγμένο στους ώμους.

Οι καφετζήδες ανοίγουν τα μαγαζιά τους και δέχονται τον κόσμο που βγαίνει από την εκκλησιά. Στο σπίτι ετοιμάζεται το απαραίτητο βραστό για το τραπέζι της ημέρας.

Οι ταβέρνες γεμίζουν. Το νέο κρασί δοκιμάζεται. Οι χωριανοί μεθούν και τραγούδια πλέκουν. Είναι αλήθεια πως ο Βάκχος εμπνέει τους φίλους του…

Παντού χαρά, παντού καλωσύνη, παντού απλότητα. Όλο το χωριό γιορτάζει.

Από κάθε παράθυρο θα δεις και μια φιλενάδα της μάνας σου, θα δεις μια παρθένα δειλά-δειλά να κοκκινίζει από ντροπή, να χαιρετά μ’ ένα χαμόγελο απροσποίητο, γεμάτο αγάπη, με κάτι μάτια ολόφωτα, μαύρα-μαύρα σπιθοβόλα…

Παρθένες μ’ ένα απλό φορεματάκι μα καθαρό, μ’ ένα λουλούδι στον κόρφο, κομμένο απ’ την αγαπημένη γλάστρα, με καρδιά μάλαμα καθάρια, χωρίς υποκρισία…

Στα βιολιά που παίζουν στην πλατεία με τους πλατάνους, νέοι και νέες σέρνουν το χορό, το νησιώτικο συρτό ή καλαματιανό ή μπάλο. Γύρω στην πλατεία ή στα δώματα, αγόρια και κορίτσια ερωτοτροπούν ρίχνοντας απλώς ματιές αγάπης. Τι καλή που είναι η αφελής ζωή και απλότητα που βασιλεύει στο χωριό μου τις όμορφες γιορτινές αυτές μέρες!

24-12-33 Μήτσος Οικονομίδης

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Απείρανθος” της 1.1.34 από τον Απεραθίτη Δημήτρη Οικονομίδη, τότε φοιτητή και μετέπειτα καθηγητή λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και αναδημοσιεύεται μετά από 75 ολόκληρα χρόνια στο apeiranthos.gr.

Write your comment.