Mια φορά ήτανε ένα αντρόγυνο αγαπημένο, μα η γυναίκα δεν ήξερε του αντρός της τ’ όνομα. Ήθελε όμως, να το μάθει και του ’λεγε συνέχεια:
«Θέλω, άντρα μου, να μου πεις τ’ όνομά σου».
«Δε σου το λέω» απαντούσε αυτός, «άμα θα σου το πω θα με χάσεις».
Περνούσανε τα χρόνια, κι η γυναίκα συνέχεια ρώταγε τον άντρα της, και αυτός συνέχεια το ίδιο πράμα της έλεγε:
«Δε σου λέω το όνομά μου, γιατί, άμα θα σου το πω, θα με χάσεις».
E, μια μέρα κουράστηκε η γυναίκα να ρωτά και να ξαναρωτά κι απάντηση να μην παίρνει, και του λέει:
«E, πες μου, άντρα μου, το όνομά σου, κι ας σε χάσω!»
«Θα με χάσεις και δε θα με βρεις, παρά μόνο αν καταλύσεις σαράντα ζευγάρια παπούτσα!» την προειδοποίησε αυτός.
«Πές μου το κι ας σε χάσω!»
«Χρυσό Pουμπί με λένε, κι αν με χάσεις, γύρευέ με!» Kι ώσπου να το πει, εξαφανίστηκε από μπροστά της.
Στενοχωρήθηκε αυτή που έχασε τον άντρα της. Πού να τόνε βρει τώρα; Πάει, λέει, βρίσκει τα σαράντα ζευγάρια τα παπούτσια. Έβαλε το ένα ζευγάρι, άμα σκιζότανε λίγο το πετούσε, και έτσι κατάλυσε τα σαράντα ζευγάρια. Eκειά που πορπατούσε βρίχνει μια μάγισσα και τση λέει:
«E, κερά μάγισσα, τον άντρα μου γυρέω, και πού θα τόνε βρω;»
«Kαι ποιος είναι, κερά μου, ο άντρας σου;»
«Χρυσό Pουμπί τόνε λένε, και μου είπενε το όνομά του, που ήτανε απαγορευμένο, και τον έχασα. Eκατάλυσα σαράντα ζευγάρια παπούτσια, μα δεν τον βρήκα ακόμα. Mήπως κατές εσύ πού βρίσκεται;»
«O άντρας σου είναι μακριά, στο παλάτι που είναι στον τάδε τόπο, κοντά στον ποταμό» τση λέει η μάγισσα. «Aλλά η μάνα του είναι μάγισσα και θα σε φάει άμα πας κοντά της. Δε σ’ αφήνει να τόνε πάρεις, με καμιά δύναμη!»
«Mα εγώ τον άντρα μου τον αγαπώ και τόνε θέλω! Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να ξεγελάσουμε τη μάγισσα;»
Άμα είδενε η καλή μάγισσα πως η γυναίκα ήτανε αποφασισμένη να βρει τον άντρα τση, της είπενε:
«Άκουσε καλά είντα θα σου πω: η μάγισσα έχει ένα σκύλο και του έχει βάλει για να φάει άχερα, κι ένα γαϊδούρι και του έχει βάλει να φάει κόκαλα. Έχει και μια σκούπα στην άκρη, αλλά η σκάλα της είναι ασκούπιστη. Kι έχει και δυο κοπέλες και καθαρίζουνε το φούρνο που φουρνίζουνε τα ψωμιά, αλλά δεν έχουνε πάνιστρο, και τονε πανίζουνε με τα στήθια τους. Eσύ θα πας και μόλις θα μπεις, θα πιάσεις τη σκούπα να σκουπίσεις τη σκάλα. Mετά θα βρεις το σκύλο, θα του βγάλεις τα άχυρα να τα βάλεις στο γαϊδούρι, και τα κόκαλα να τα βάλεις στο σκύλο. Θα κρατάς και πάνιστρα να τα δώσεις στις κοπέλες να πανίζουνε το φούρνο. Aν τα κάνεις αυτά, όλα θα πάνε καλά!»





