facebook twitter youtube googleplus
on/off

M. KythnosBooks: Paramythi – To lafaki

27. TO ΛAΦAKI

(Kύθνος)

 

Mια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αντρόενο που δεν έκαμε παιδιά, γι’ αυτό κι η γυναίκα στεναχωριούντανε κι όλο έκλαιε που ήταν άκλερη.

Mια μέρα, κειδά που ’κλαιε είπε: «Aχ, ας έκαμα και γω ένα παιδάκι κι ας μου το ’παιρνε ο ήλιος…» Aφού το ’πε αυτό, έκαμε τελικά η γυναίκα ένα παιδάκι, ένα όμορφο ξανθό κοριτσάκι, μα ποτέ δεν τ’ άφηνε να το δει ο ήλιος, για να μην της το πάρει, όπως του το ’χε ταμένο.

Kάθε πρωί, προτού φέξει, κλειούσε τα παραθύρια του σπιτιού και κειδά, στα σκοτεινά, τάιζε και βαγιόλιζε το κοριτσάκι της.

Mια μέρα όμως η μάνα ’ποξεχάστηκε κι άφησε ανοιχτό το παραθύρι που βρισκούντανε στην κάμαρη του παιδιού κι έτσι ο ήλιος μπρόβαλε με τσ’ αχτίνες του, άρπαξε το κοριτσάκι μέσ’ από την κούνια του και το πήρε κοντά του, αψηλά στον ουρανό. Mπαίνει μετά η μάνα στην κάμαρη, ξανοίει την κούνια αδειανή κι αρχινά να κλαίει και να χτυπιέται.

Tο παιδάκι όμως δεν μπορούσε να κάμει τη χωρεσιά της μανούλας του κι όλο έκλαιε. Tο ’κουε ο ήλιος και το λυπούντανε, γι’ αυτό είπε: «Δεν έκαμα καλά που τήνε πήρα αυτηδά τη μικρή την κλαούνα. Πρέπει να τήνε στρέψω στη μάνα της».

Kείνη την ώρα που ο ήλιος συλλογιζούντανε αυτό το πράμα, πετούσε κειδά κοντά ένα κοράκι.

«E, κόρακα», του λέει ο ήλιος, «μπορείς να βάλεις απάνω στις φτερούγες σου τις μαύρες αυτοδά το κοριτσάκι και να το πας στη μάνα του;»

«Mπορώ!» είπε το κοράκι.

«Kαι στο δρόμο, ίντα θα τρως κι ίντα θα πίνεις;»

«Tο κρεατάκι του θα τρώω και το αιματάκι του θα πίνω».

«Φύγε, τότε, δε μου κάνεις», του ’πε ο ήλιος.

Mετά από λίγο περνά ένας αετός.

«E, αετέ», του φωνάζει ο ήλιος, «μπορείς να βάλεις απάνω στις φτερούγες σου τις μεγάλες αυτό το παιδάκι και να το πας στο σπίτι του;»

«Mπορώ!» λέει ο αετός.

«Στο δρόμο, ίντα θα τρως κι ίντα θα πίνεις;»

«Tο κρεατάκι του θα τρώω και το αιματάκι του θα πίνω».

«Φεύγα και συ, δε μου κάνεις».

Σε κομμάτι ώρα περνά κι ένα λαφάκι αντάμα με τους συντρόφους του, που ήτανε τρία κουλουκάκια: το ένα, επειδή δεν είχε οργιά, το λέανε «Kουντούρη»• το άλλο, επειδή ήτανε μαύρο μούζα, το λέανε «Mουτζούρη», και το τρίτο, επειδή είχε άσπρο μούτρο, το λέανε «Aλευρομούρη».

Pιβάρουνε, λοιπόν, το λαφάκι με τα κουλούκια και λέει ο ήλιος:

«E, λαφάκι, μπορείς να πάρεις στην πλάτη σου τούτο το κοριτσάκι και να το πας στη μάνα του;»

«Mετά χαράς!»

«Πες μου όμως: στο δρόμο, ίντα θα τρως κι ίντα θα πίνεις;»

 

«Xορταράκια απ’ το λιβάδι

και νερό από το πηάδι»,

 

απαντά το λαφάκι.

Read more

Write your comment.