facebook twitter youtube googleplus
on/off

C. KerkyrasBooks: Paramythi: O papas poy fylakise ton peirasmo

Μια φορά ο πειρασμός μεταμορφώθηκε σε όμορφο, πλούσιο και γλυκομίλητο άνθρωπο κι ήρθε στην πολιτεία κι έκανε εμπόριο.

Μια μέρα πέρασε από κει ένας παπάς κι ο πειρασμός του φώναξε:

«Πάρε, παπά, από τούτο το ύφασμα για ράσο. Και καλό είναι και φτηνό. Πάρε και τούτο για την παπαδοπούλα!» – Είχε μια μονάκριβη κόρη ο παπάς-.

Ο παπάς τονε σεβάστηκε και του έστειλε προξενιό, για να τον κάνει γαμπρό του.

Σε λίγες μέρες ο πειρασμός, μεταμορφωμένος, όπως είπαμε, παντρεύτηκε την παπαδοπούλα.

Η κοπέλα όμως άρχισε ν’ αδυνατίζει, ν’ αδυνατίζει ώσπου έγινε ελεεινή.

«Μωρέ, κοπέλα μου», της λέει τότε ο παπάς, «γιατί έγινες έτσι; δεν τρως;»

«Τρώω, πατέρα, αλλά δε μου ’δωσες άνθρωπο, παρά μου ’δωσες τον πειρασμό!»

«Και πώς το ξέρεις;» τη ρωτάει ο παπάς.

«Το ξέρω», λέει αυτή, «γιατί κάθε μέρα είν’ άνθρωπος και κάθε Σάββατο γίνεται ένα σκυλάκι μικρό και κρύβεται από κάτω από το πάπλωμα».

«Θα τονε φτιάξω εγώ», λέει ο παπάς. Γεροφοραίνεται* , παίρνει ένα μποτιλιόνι* με τη σφραγίδα* και τα βάζει πάνω στο τραπέζι. Άρχισε τότε και διάβαζε ο παπάς και μετά του λέει: «Θα μπεις μες στο μποτιλιόνι!»

«Δε με χωράει» λέει ο πειρασμός.

«Θα σε χωρέσει!»

«Δε με χωράει».

«Θα σε χωρέσει!» και οπ, οπ. οπ, ο παπάς τον κατάφερε και μπήκε και τονε σφράγισε καλά καλά. Πήρε μετά το μποτιλιόνι, με τον πειρασμό μέσα, και πήγε σ’ ένα μέρος ψηλό και τον πέταξε στη θάλασσα.

Εκεί ναυάγησε ένα βαπόρι κι ένας ναυαγός βγήκε πάνω σ’ ένα νησάκι.

Ξαφνικά, μια μέρα εκεί που έβγαζε πάτελες* κι έτρωγε, ακούει μια φωνή μεσ’ απ’ τη θάλασσα: «Αγιούτο*, χριστιανοί! Αγιούτο, χριστιανοί!»

«Μωρέ», λέει, «τι είν’ αυτό που ακούω, δίχως να βλέπω άνθρωπο;»

Κοιτάει κάτω από το βράχο και βλέπει το μποτιλιόνι. Κατεβαίνει, το πιάνει, το ανοίγει και βγαίνει από μέσα κοτζάμ άνθρωπος.

«Βρε, πώς ήσουνα», του λέει, «εκεί μέσα; Σε χωρούσε;»

«Με χωρούσε», του λέει ο πειρασμός. «Μη σκιάζεσαι* όμως κι εγώ θα σου κάνω καλό. Αύριο θα διαβεί από δω ένα βαπόρι και θα μας πάρει. Εσύ να κάνεις πως είσαι γιατρός. Να βάλεις ένα ψιλό ρούχο, καλοκαιρινό, και να κρατάς και την ομπρέλα σου και λες πως είσαι ο καλύτερος γιατρός του κόσμου. Εγώ θα πάω και θα μπω μέσα στη βασίλισσα της Αγγλίας και συ θα μου πεις πότε να βγω. Όλοι θα καταλάβουνε τότε πως εσύ τη γιάτρεψες και θα σε πληρώσουνε καλά. Απ’ αυτά όμως που θα πάρεις, θα μου δώσεις τα μισά».

Πραγματικά, την άλλη μέρα πέρασε από κείνο το νησάκι ένα βαπόρι και τους πήρε και τους δύο. Το βαπόρι αυτό πήγε στην Αγγλία κι εκεί ο πειρασμός έτρεξε και μπήκε μέσα στα σωθικά της βασίλισσας. Κλωτσούσε από μέσα και γρονθοκοπούσε κι η βασίλισσα έβγαζε φωνές μεγάλες από τους πόνους.

Read more

Write your comment.