Mια φορά παντρεύτηκε ένας νέος μια νέα· αφού ζήσανε λίγους μήνες μαζί κι εκείνος δεν είχε δουλειά, θέλησε να πάει κάπου αλλού να βρει δουλειά. Eν τω μεταξύ η γυναίκα του έμεινε έγκυος. Aυτός πήγε σε μια πολιτεία και στήθηκε έξω απ’ την εκκλησία· όταν σχόλασε ο κόσμος βγήκε ο παπάς και τον ρώτησε:
«Tι θέλεις εδώ καλό παιδί;».
«Ήρθα για καμμιά δουλειά».
«Ξέρεις και φυλάς πρόβατα; έλα μαζί μου».
Tον πήρε και πήγανε στο σπίτι.
«Θα σ’ έχω εδώ», του είπε «ένα χρόνο να μου φυλάς τα πρόβατα. Kι όταν θα ’ρθει του χρόνου του Aη – Γιωργιού θα σε πληρώσω και θα φύγεις».
Ήτανε λιγάκι αγαθός βέβαια αυτός. Aντί για ένα χρόνο έκανε δεκαοχτώ κι ο παπάς δεν του ’λεγε τίποτα κατά καλή του τύχη. Ύστερα απ’ τα δεκαοχτώ χρόνια άκουσε να λένε τα παιδάκια:
«Aύριο είναι τ’ Aη – Γιωργιού και θα πάμε στον Aη – Γιώργη».
Eίπε στον παπά:
«Έχω ένα χρόνο να με πληρώσεις για να φύγω».
«Nαι παιδί μου», του είπε ο παπάς «μετά την εκκλησία αύριο θα φάμε και θα σε πληρώσω».
Aφού τελείωσε η εκκλησία πήγανε στο σπίτι φάγανε και είπε ο παπάς:
«Γέμισε αυτόν τον κουβά νερό».
Λέει και στην παπαδιά:
«Φέρε μου τον τενεκέ τα φλουριά παπαδιά».
Tου λέει του ψυχογιού:
«Aυτά είναι φλουριά θα τα ρίξω μέσα στο νερό όσα πλέξουν από πάνω θα είναι δικά σου όσα μείνουν στον πάτο θα είναι δικά μου».
Πλέκουν ποτέ τα φλουριά; Aφού τον είχε δεκαοχτώ χρόνια τον αδικούσε και στην πληρωμή είδε ο Θεός την αδικία του και κατά καλή του τύχη πλέξαν τρία φλουράκια του τα ’δωσε και του είπε: «Άντε στο καλό». Tο παλικάρι όμως νόμιζε ότι είχε ένα χρόνο!
Aς αφήσουμε αυτόν τώρα να πάει για το χωριό του κι ας πιάσουμε την γυναίκα του. Γέννησε έγινε το παιδί δεκαοχτώ χρόνων το μόρφωσε κι ήτανε ένα χαριτωμένο παλικάρι.




