facebook twitter youtube googleplus
on/off

C. KerkyrasBooks: Paramythi: H orfanh kopela ki h kakia mhtria ths

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια ορφανή κοπέλα και είχε μητριά. Μια μέρα της λέει η μητριά της: «Σήκω να πας φαΐ στους εργάτες».

«Πού να πάω που δεν ξέρω το δρόμο;» λέει η κοπέλα.

«Θα ρίξω εγώ άχυρο στο δρόμο και συ θα το βλέπεις και θα πηγαίνεις».

Έριξε λοιπόν σωροπούλια* άχυρο στο δρόμο και ξεκίνησε η κοπέλα. Μα ο δρόμος την έβγαλε στην πόρτα ενός σπιτιού όπου έμεναν ληστές, γιατί η μητριά της αυτό ήθελε. Να την ξεφορτωθεί και να ησυχάσει από δαύτηνε.

Η κοπέλα άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο σπίτι, μα δε βρήκε ψυχή μέσα. έπιασε τότε και μαγείρεψε, και σκούπισε κι έπλυνε, κι ύστερα πήγε και κρύφτηκε πίσω από τον καθρέφτη.

Σε λίγη ώρα ήρθανε τρεις ληστές.

«Βρε, ποιος μας έκανε τούτα τα συγύρια;* Μας μαγείρεψε, μας έπλυνε τα πιάτα, μας φροκάλισε* το σπίτι… Περίεργα πράματα!»

Αφού σκεφτήκανε κάμποση ώρα, είπανε να σταθεί αύριο ο ένας απ’ τους τρεις και να παραφυλάξει.

Την άλλη μέρα λοιπόν έφυγαν οι δύο κι έμεινε στο σπίτι, κρυμμένος, ο ένας ληστής. Μα σε λίγη ώρα τον πήρε ο ύπνος. Η κοπέλα βγήκε τότε από πίσω απ’ τον καθρέφτη, έκανε γρήγορα γρήγορα όλες τις δουλειές και ξανακρύφτηκε. Όταν ξύπνησε ο ληστής τα είδε πάλι όλα καμωμένα. Το βράδυ λέει ο δεύτερος: «Αύριο θα μείνω εγώ».

Έμεινε, μα κι αυτός γρήγορα αποκοιμήθηκε και δεν κατάφερε να δει την κοπέλα, που βγήκε πάλι απ’ τον καθρέφτη κι έκανε όλες τις δουλειές.

«Ε, αύριο πια θα μείνω εγώ», λέει το βράδυ ο στερνός*.

Πραγματικά την άλλη μέρα έμεινε αυτός κι έκανε στα ψέματα πως κοιμάται. Η κοπέλα σηκώθηκε κι άρχισε να κάνει τις δουλειές. Τότε ανοίγει ο ληστής τα μάτια του, τη βλέπει και της λέει: «Μη φοβάσαι. Να μείνεις εδώ μαζί μας».

Οι τρεις ληστές την προσέχανε πολύ και της είπανε να κάθεται μέσα στο σπίτι και να μη βγαίνει καθόλου έξω, γιατί υπάρχουνε λάμιες* και θα τη φάνε.

Την άλλη μέρα, αφού φύγανε οι ληστές, πήγανε έξω από το σπίτι οι λάμιες οι άγριες και φωνάζανε: «Ωχ, χριστιανικό αίμα μυρίζει!»

Η κοπέλα δεν άκουσε τα λόγια των ληστών και βγήκε έξω. Τότε της λέει μια λάμια: «Δώσ’ μου το δάχτυλό σου να το δω». Η κοπέλα άπλωσε το χέρι της και τότε, κραπ, της το κόβει η λάμια.

Το βράδυ που γυρίσανε οι ληστές η κοπέλα τους διηγήθηκε τι είχε συμβεί.

«Να μην ξαναβγείς ούτε ν’ αποκριθείς όποιος κι αν σου φωνάξει, γιατί οι λάμιες θα σου κάνουνε μεγαλύτερο κακό!» της είπανε οι ληστές.

Την άλλη μέρα πήγανε πάλι οι λάμιες και μία απ’ αυτές κατάφερε και την έκανε πάλι να βγει έξω. «Πάρε», της λέει, «ετούτο το σταφύλι να το φας». Η κοπέλα έφαγε το σταφύλι, μα αυτό ήτανε μολυσμένο και σε λίγη ώρα πέθανε.

Read more

Write your comment.