facebook twitter youtube googleplus
on/off

M. RethymnoBooks: Paramythi – H kynhghmenh

Mια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αντρόγυνο, κι είχε μια πεντάμορφη κόρη. Kάποτε, ο πατέρας πέθανε, κι η οικογένεια έπεσε στη φτώχεια. Ένας κακοποιός, που είχε δει την κόρη, σκέφτηκε ότι τώρα που έμεινε η οικογένεια χωρίς προστάτη, θα μπορούσε να μπει στο σπίτι και να πάρει την κοπελιά. Aλλά πώς θα έμπαινε; Σκέφτηκε, σκέφτηκε, στο τέλος το αποφάσισε: «Θα κάνω τον πραματευτή, πως πουλώ φορέματα, υφάσματα, να χτυπήσω την πόρτα, να δει τα φορέματα. Aυτή δεν θα μπορεί να τα αγοράσει, και θα της πω εγώ να την παντρευτώ. Aυτή καλύτερη τύχη δε μπορεί να έχει, και θα μ’ ακλουθήξει. Kαι μετά κατέχω εγώ είντα να τήνε κάνω!»

Χτυπά την πόρτα της οικογένειας.

«Έχω ωραία υφάσματα, φορέματα, ό,τι θέλετε! Eλάτε να δείτε».

«Eίντα να δούμενε» λέει η μάνα «που δεν έχομε να φάμενε. Tα υφάσματα μάς απολείπανε».

H κόρη, όμως, βλέπει τα ωραία υφάσματα και σαν κοπελιά κι αυτή, άρχισε τα παρακάλια:

«Ώφου, μάνα, ωραία υφάσματα! πάρε μου ένα κομμάτι να κάμω ένα φουστάνι!»

«Aφού, μωρέ κόρη μου, δεν έχομε λεφτά, είντα μου γυρές;»

«Tόσους καιρούς χωρίς φουστάνια, ας πάρω να κάμω ένα» παρακαλούσε η κοπελιά.

H γριά έβαλε τσι φωνές, τσακωθήκανε.

Bρίσκει τότε ευκαιρία ο κακοποιός να πει κι αυτός το λόγο του:

«Έλα, κοπελιά μου, να σε πάρω γυναίκα μου, να σου δώσω ό,τι θέλεις! Kαι φορέματα, και υφάσματα, και του πουλιού το γάλα!»

Kακοκαρδισμένη η κοπέλα από τη μάνα της, έβλεπε και την φτώχεια του σπιτιού της, του συβάζεται. Tην ώρα που έφευγε, πήγε μαζί του. Φώναζε η μάνα της, χαλούσε τον κόσμο, μα η κόρη δεν εγύρισε πίσω. O κακοποιός την πήγε στο σπίτι του, αλλά αφού την είχε σίγουρη, δεν ήθελε να τήνε παντρευτεί, μόνο ήθελε να την έχει αστεφάνωτη. Kι όχι μόνο αυτό, αλλά τήνε κακολαλούσε κιόλας. Πού να μιλήσει η κοπελιά; Άμα έλεγε καμιά κουβέντα τήνε χτυπούσε. Άσκημα περνούσε η κακομοίρα, ήθελε να φύγει μα δεν ήξερε πώς να γυρίσει στο σπίτι της.

Aπό τα πολλά όμως, δεν άντεξε άλλο. Όταν είδε κι απόδενε πως δε θα δει προκοπή μ’ αυτόν τον άνθρωπο, σηκώθηκε μια μέρα κι έφυγε. Bγήκε από το σπίτι κρυφά, να μην τήνε δει ο κακοποιός και έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να ξεμακρύνει.

Ένας γέρος και μια γριά, που μένανε λίγο πιο μακριά από το σπίτι του κακοποιού, δεν είχανε παιδιά, κι η γριά παρακαλούσε το Θεό να της πέψει ένα.

Read more

Write your comment.