Το μοναστήρι της Αγίας Τριάδος
Το πιο αξιόλογο μνημείο του χωριού, που επιβάλλεται να επισκεφθεί κάποιος, είναι η Ιερά Μονή Αγ. Τριάδος, που ιδρύθηκε στις αρχές του 17ου αιώνα, και συμπίπτει με την αρχιερατεία του αγίου ιερομάρτυρα Σεραφείμ του θαυματουργού. Είναι χτισμένη σε θαυμάσια τοποθεσία, με πλήθος δένδρα να το περιβάλουν και με θέα απεριόριστη. Δεσπόζει σε ολόκληρη την περιοχή και είναι η καρδιά της Οξυάς, ενός χωριού με τρεις ενορίες και με πολλούς οικισμούς.
Το καθολικό είναι τρίκογχος σταυρεπίστεγος ναός που αντί για τρούλο έχει στο μέσον ημισφαίριο, όπου εσωτερικά απεικονίζεται ο Παντοκράτωρ. Στοιχεία (χρονολογία σε πέτρα του ναού) μαρτυρούν ότι ο ναός αυτός είναι πιθανό να υπήρχε από πολύ νωρίτερα και συγκεκριμένα από τον 11 ο αιώνα (1020). Σύμφωνα με επιγραφή πάνω από την είσοδο του ναού, αυτός ανακαινίσθηκε το έτος 1662 ενώ άλλη επιγραφή μαρτυρεί ότι το έτος 1682 ολοκληρώθηκε η αγιογράφησή του, βυζαντινής αυστηρά τεχνοτροπίας.
Το μοναστήρι είναι σήμερα φτωχό σε κειμήλια. Το αρπακτικό μάτι του ανατολίτη κατακτητή άρπαξε ότι ήταν πολύτιμο και είχε αξία, ενώ η εγκατάλειψη κατά τα τελευταία μέχρι και το 1940 χρόνια συμπλήρωσε την καταστροφή. Την περίοδο, μάλιστα, αυτή το μοναστήρι, λόγω της ολοκληρωτικής εγκατάλειψής του, παρουσίαζε εικόνα ερείπωσης. Καθοριστική για την επιβίωσή του ήταν, τότε αλλά και μεταγενέστερα, η συμβολή του μακαριστού ιερέως Θωμά Κούτσικου ή Παπα-Θωμά, ο οποίος το παρέλαβε σχεδόν ερειπωμένο και κατάφερε όχι μόνο να αποτρέψει την ολοκληρωτική του καταστροφή αλλά να το παραδώσει γεμάτο ζωή στις επόμενες γενιές.
Από τις εργασίες για την αναστύλωση του μοναστηριού, που έγιναν από τον παραπάνω ιερέα, ξεχωρίζουν η ανακατασκευή του παλιού υδραγωγείου το 1945, η ανέγερση των βορειοδυτικών κελιών το 1965, η προσθήκη νάρθηκα στον κυρίως ναό, που έγινε το 1951 και σήμερα χρησιμοποιείται ως γυναικωνίτης, η κατασκευή, το 1965, του επιβλητικού δωδεκάμετρου καμπαναριού, που δεσπόζει στη θέση του εντυπωσιακό μέχρι και σήμερα, κ.λ.π. . Σημαντικότατο είναι επίσης και το έργο του σημερινού ιερέα του μοναστηριού Κων/νου Τόλια, που μερίμνησε για την επέκταση των εγκαταστάσεών του, την αποτροπή της ολοκληρωτικής καταστροφής των αγιογραφιών του, την ανάπτυξη δραστηριοτήτων με σκοπό να διατηρηθεί η ζωή σ’ αυτό, κ.λ.π.
Κατά την περίοδο της ακμής του το μοναστήρι διατηρούσε μεγάλη κινητή (ζώα, μικρά ή μεγάλα) και ακίνητη περιουσία, κυρίως κτήματα, καλλιεργήσιμα και μη, τα οποία όμως αργότερα πουλήθηκαν ή απαλλοτριώθηκαν.







