facebook twitter youtube googleplus
on/off

AπείρανθοςΛαογραφικά: Ρετρό παρλάτα

Τυρνή Κυριακή πλησιάζει και εν αναμονή της παρλάτας που θα διαβαστεί μες την Πλάτσα σας προθερμαίνουμε με μια παλιότερη. Περί τα τέλη του ’70 όταν στο Χωριό ζούσαν ακόμη οι τελευταίοι βρακάτοι, όταν γίνονταν τα έργα της αποχέτευσης κι όταν ο «ΑΠΑΣ Τα Φανάρια» ήταν καινούργιο φρούτο,  γηραιός, ανώνυμος Απεραθίτης ήπεψε στον αποκριάτικο χορό του Συλλόου, στο κέντρο «Άνεσις» στο Γαλάτσι, αποδοσίδι που μεταξύ άλλων περιείχε την ακόλουθη επιστολή:

Το γράμμα α’ τα μικρόφωνα
πείτε το τα παράπονα
πό’ ’χω να ακουστούσι
κι ίσως πειράξει και κανεί
(γ)ια την Αξά την αρφανή
να εδιαφερθούσι.

Κουδούνια πως (γ)υρεύγετε
μού ’πασι (γ)ια να ντύσετε
καένα κουδουνάτο
ψάξετε ετού καλύτερα
πό ’χει κουδούνια πλιότερα
α’ τω ζουλοπροβάτω.

Στην Πλάτσα φέτι δε θωρώ
νά ’χει μοσκάροι και χορό
γριές και κουδουνάτοι
(γ)ιατί ειν’ οι νέοι μακριά
και ξετσιφάρουσι σιά-
σιά και οι βρακάτοι.

Κι εώ (γ)ερνώ και δεν πατώ
καένα μεροκάματο
να κάμω στη Μουτσούνα
καλά-καλά εμπαλούκιασα
και μέρα νύχτα τη μασά
βαστώ και τη φυσούνα.

Είν’ η ζωή μας άχαρη
τα ίδια και τα ίδια
και θέ να πνίξουν το Χωριό
κοπέλια τα σκουπίδια.

Όλο ’ν’ κομμένο ντο νερό
κόβγουσιν και τα φώτα
κι εκλέψασί μου την προχτές
την πιο καλή μου κότα.

Και με την αποχέτεψη
στρωτή δεν έχει στράτα
και τα ψιλά και τα χοντρά
τα κάνω χωραφάτα.

Παίρνω και την αγροτική
σύνταξη μα δε σώνει
και δυό-τριώ μηνώ ψωμί
χρωστώ του Βλακαντώνη.

Και τον καφέ τον ήκοψα
πό’ ’πινα μες του Σμπάρου
του έγγονά μου δυό ψιλά
να πέψω του φαντάρου.

Και τ’ ασμυρίγλι βράσε το
(γ)ιατί έχει το καντάρι
μια μπουκουνιά μοσκάρι.

Εψόφησε κι ο (γ)άδαρος
πού ’χα και στηνοβόλα
κι ε(γ)ίνησαν ξαπολυτά
τα δέματά μου όλα.

Να κάμετε (γ)ια το Χωριό
τίοτα μάνι-μάνι
μην ανεμένετε καρπό
να βγάλουν οι πλατάνοι.

Σύλλο(γ)ο κάμασιν επά
με όνομα βαρβάτο
κι όποιος δεν ήβγηκεν ετού
ας ξετονίσει κάτω.

Τίοτα δε φελά μα πρώτης
τάξεως είν’ η κοινότης.

Κι α(ν) θέτε βιβλιάριο
εκλογικό απ’ αύριο.

Κι α(ν) θες πιστοποιητικό
ξέρε πως είναι ζόρικο.

Κάθουμαι και τα σκέβγουμαι
τα μαύρα μου τα χάλια
μα χωρατά ήτον’ κι ετού
τσ’ Αθήνας σας τα κάλλια;

Δουλειά και καυσαέριο
και στήσιμο στη στάση
και ένα διαμέρισμα
που μοιάζει με κουμάσι.

Ήντα τα γράφω όλα αυτά
λέτε μα τέλος πάντω
θα σού ’λε(γ)α αν ήκανα
μια βραδινιά κουμάντο.

Ήπρεπε νά βρω κλεψιμιό
κριάς να βάλω μέσα
μα δε βαστούν τα κότσα μου
(γι)α τέθοια νιτερέσα.

Και το χερνουδάκι όποιος το
πάρει να το κάμει ρόστο.

Υ.Γ. Εξυπακούεται ότι το χερνό πού ’χε μέσα τ’ αποδοσίδι ήταν το πιο περιζήτητο δώρο της λαχειοφόρου.

Γράψτε το σχόλιό σας.