facebook twitter youtube googleplus
on/off

ΑργιθέαΛαογραφικά: «…Είχα κάπα είχα κλίτσα, μ’ αγαπούσαν τα κορίτσια…»!!!

«…Είχα κάπα είχα κλίτσα, μ’ αγαπούσαν τα κορίτσια…»!!!

Η κλίτσα ή γκλίτσα η αγκλίτσα, κλούτσα ή αγκλούτσα είναι το ραβδί του Αργιθεάτη – ο καθημερινός του σύντροφος, είναι το σύμβολό του πού έχοντάς την στην καθημερινή του ζωή μα και στη γιορτή νιώθει σιγουριά, νιώθει περηφάνια!!! Νιώθει ισχυρός και ανίκητος!!!

Ετυμολογικά ως λέξη κλίτσα ή αγκλίτσα το ορθότερο είναι ότι προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη αγκύλος, που μεταβατικά ήρθε το αγκυλίτσα και μετά από συγκοπή κατέληξε σε αγκλίτσα-γκλίτσα και τελικά κλίτσα. Καλαύροψ (-οπος) = ποιμενική ράβδος, αγκλίτσα.
Στην αρχαιότητα ο Ερμής ο κριοφόρος κρατούσε το κηρύκειο ως ποιμένας φέροντας μια ποιμενική ράβδο (κλίτσα) που στην κατσιούλα της –δηλαδή στην χειρολαβή της κλίτσας είχε δυό κέρατα σε σχήμα 8.

Η κλίτσα της Αργιθέας είναι και απλή αλλά και περίτεχνη ανάλογα με τη χρήση της και τον άνθρωπό της.
Εφόσον ήταν μέσο καθοδήγησης των ζώων, μέσο άμυνας και επίθεσης ήταν η κατσιούλα της απλή –δίχως παραστάσεις – και το ξύλο της συνήθως από κρανιά γιατί αυτό είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό.
Δεν υπήρχε τζιοπάνος- βοσκός ή τσέλιγκας και γενικά κτηνοτρόφος ή αγρότης στην Αργιθέα δίχως την κλίτσα του, δίχως το σουϊά ή το χαντζιάρι του και το σκυλί του.
Έχουμε την κλίτσα του παιδιού, του ντζιοπάνου, του γέροντα!!!

Η κατσιούλα (χειρολαβή) της κλίτσας συνήθως ήταν χωριστή από το κλιτσόξυλο και από ξύλο πουρναριού ή από ασφένταμο ή από πουρνάρι ή από πυξάρι, το δε κλιτσόξυλο από κρανιά και σπανιότερα στην περιοχή μας από αγριελιά αφού δεν υπήρχαν τέτοια δέντρα.
Εκτός και λάβαιναν τέτοια στα χειμαδιά του Ξηρομέρου.


Οι χρήσεις της κλίτσας από το γεωργοκτηνοτρόφο Αργιθεάτη είναι ούκ ολίγες.
Κλίτσα στα πρόβατα και στα γίδια για όρμωμα, κλίτσα για το φτάσιμο της βάντας του κλαριού και για το μπελόνιασμά του(κλαρί ή μπάτσες έλατου) και σήκωμα στον ώμο, κλίτσα στο γαλάρι και στο μαντρί μα και στην ύπαιθρο για το πιάσιμο του πρόβατου και της γίδας είτε για άρμεγμα-είτε για άλλο λόγο (δεν πιάνονταν εύκολα ειδικά η γίδα αν ήταν ζόρικη), κλίτσα και τρουβάς, κλίτσα και κάπα ή και γκιούμι, κλίτσα αντιστύλιο του βοσκού κάτω από τη μασχάλη-για να στηρίζεται τις ώρες της βοσκής τους, κλίτσα στον ώμο κάτω από το ματέρι στο κουβάλημά του, κλίτσα αντιστήριξης και στήριξης στο ανέβασμα και κατέβασμα στα πλάϊα των βουνών μας, κλίτσα – όπλο για τα σκυλιά που χύνονταν, κλίτσα για τα σύκα-τα κεράσια και το μήλα ή γκόρτσα, κλίτσα για το αναμέρισμα στις φτέρες και το θόρυβο για να φεύγουν τα φίδια μα και για την εξόντωσή τους όταν δε γινόταν αλλιώς, κλίτσα στη βροχή και στο χιόνι και κλίτσα για άμυνα ή επίθεση σε τυχόν τσακωμό. Οι φερέοικοι – χειμαδιώτες Αργιθεάτες μπορεί να ξέχναγαν άλλα συγγύρια, την κλίτσα τους όμως ποτέ γιατί ήταν το όπλο τους στο 10ήμερο οδοιπορικό πηγαιμού στα Χωριά του Ξηρομέρου και επιστροφής από αυτά την Άνοιξη.
Κλίτσα στο Χωριό, στο Μουζάκι στο παζάρι, στην εκκλησία, στο πανηγύρι, στη γιορτή, στο χορό (ιδίως στο πιπέρι αν δεν είχαν ζωστήρα) που κρέμονταν στο γελέκι!!!

Μπορεί να εξέλιπαν τα κοπάδια στα Χωριά μας όμως οι κλίτσες κρέμονται πίσω από την πόρτα του σπιτιού, πάντα έτοιμες για το έβγα.
Πιάνοντας ο καθένας από εμάς σήμερα την κλίτσα του για να κινήσει για τα μαγαζιά νιώθει συναισθηματικό ανέβασμα αφού αυτή στο περπάτημα μας συνδέει με τις παλιές μας στιγμές στο διάβα της ζωής.

Κατά τους Αλέκο Γραμμένο, Θωμά και Ντίνο Μπαλάνο και η κατσιούλα και το κλιτσόξυλο πρέπει να κόβονται Οκτώβριο-Νοέμβριο με το κατέβασμα των χυμών ή Μάρτιο πριν το ανέβασμα των χυμών και το μπουμπούκιασμα.
Η βέργα-ραβδί που την έλεγαν και τζιουμανίκι και συνήθως, όπως προανέφερα, ήταν από ξύλο κρανιάς, βιτσοκρανιάς ή πουρναριού διαλέγονταν να είναι κατά το δυνατόν ίσια και με ρόζο στον πάτο (αν δεν είχε ρόζο πολλές φορές έβαζαν δαχτυλίδια από κέρατο για να μην σώνεται και να μην σκίζεται) και το κρεμούσαν με σκοινί στον τοίχο όρθιο για να στραγγίσουν τα νερά του. Μερικές φορές και επειδή οι κρανιές είναι δυσεύρετες αν το κλιτσόξυλο ήταν στραβό το πλάκωναν με πέτρες ή το έδεναν σε άλλο ίσιο ξύλο για να πάρει ευθεία γραμμή. Μετά το πέρναγαν στη φωτιά και το ζέσταιναν για 5 λεπτά της ώρας σε φλόγα και ύστερα του έβγαζαν τη φλούδα με το μαχαίρι ή με γυαλάκι ή με γιαλόχαρτο. Ήταν λιανότερο στην κορυφή του και χονδρότερο στη βάση του. Για να μην σκάσει και ανοίξει σχισμάδες μετά το καψάλισμα το βάζουν για μια εβδομάδα στο νερό.
Την πολλή δουλειά όμως είχε η κυρίως κλίτσα, η χειρολαβή της ή κατσιούλα που λέμε.
Στις κατσιούλες όμως αποτύπωναν οι τεχνίτες την ομορφιά της φύσης και τη βουνίσια ζωή τους!!!
Εργόχειρα η Αργιθεάτισσα με το κέντημα και τον αργαλειό, εργόχειρα και ο Αργιθεάτης κλιτσοποιός!!!
Η ζυγοστασιά της κλίτσας, δηλαδή η συμμετρία της με το κλιτσόξυλο και το πώς θα κάτσει αυτή επάνω του παίζει το μεγαλύτερο ρόλο για να είναι η πρώτη εντύπωση!!!
Η κυρίως κλίτσα ή κατσιούλα γίνονταν από ρίζα ασφένταμου ή πουρναριού ή πυξαριού και μερικές φορές από οξυά. Οι ρίζες προτιμούνταν ως έχουσες από τη μάνα τους στρεψοειδή – στριμμένο χαρακτήρα νεύρων και νερών και άρα θα ήταν πιο γερές-πιο αντοχής και για αντιστήριξη του βοσκού και για τη συγκράτηση του ζώου όταν θα τόπιανε από το ποδάρι.
Σπανιότερα κλιτσόξυλο και κλίτσα ήταν μονοκόμματο ξύλο. Το συνηθέστερο δυο που ενώνονταν στην κορυφή (αρσενικό το κλιτσόξυλο και θηλυκή η κλίτσα) και πολλές φορές για να μην βγαίνει η κλίτσα την κάρφωναν με τελάκι. Μερικές φορές έφκιαναν κλίτσες από κέρατο κριαριού βράζοντάς το ή και μεταλλικές.

Οι Αργιθεάτες ξυλοτέχνες και ξυλογλύπτες της κλίτσας είναι αυτοδίδακτοι, μερακλήδες και σπουδαίοι και πρώτα το μεράκι τους το έβγαζαν για την κατασκευή της δικής τους κλίτσας!!! Ύστερα για φίλους και Χωριανούς κι ύστερα για παραγγελίες.
Την κλίτσα την είδαν και την βλέπουν ως εργαλείο του γεωργο-κτηνοτρόφου (απλή και γερή) αλλά και ως λαϊκή τέχνη σχεδιάζοντας στην κατσιούλα της – μερικές φορές και στο κλιτσόξυλο – περίτεχνες εμπνευσμένες παραστάσεις με δράκους, φίδια, αετούς δικέφαλους, πέρδικες, λουλούδια, ήλιους και φεγγάρια, σκυλιά, σταυρούς και αγίους ακόμα και ήρωες της Επαναστάσεως του 1821.
Εδώ στις κλίτσες της Κυριακής και της Γιορτής βγαίνει το μεράκι των «ποιητών της κλίτσας» και εξωτερικεύεται και το χρώμα της ψυχής τους. Με περίσσειο μεράκι αποτυπώνουν κυρίως επάνω στην κατσιούλα τις εμπνευσμένες πράγματι παραστάσεις – γεμάτες φαντασία μα και πνευματικότητα και ας είναι και ολιγογράμματοι. Αυτή είναι εξαίσια έκφραση-δημιουργία και τα έργα τους καταπληκτικά.

Πριν από πολλά χρόνια, παιδί ακόμα και ξενιτεμένος στην Αθήνα, αγόρασα μια κλίτσα του εμπορίου και ανέβηκα στο Χωριό, στο Ανθηρό. Στο σπίτι είχαμε μόνο του πατέρα μου του Νικόλα, μα εγώ ήθελα τη δική μου. Μια Κυριακή την πήρα με χαρά και κίνησα για το Χωριό, για τα μαγαζιά. Είχα μεγαλώσει τόσο για να μπορώ να πηγαίνω, άλλωστε ήμουν και «Αθηναίος…».
Εκεί στη Μεσσιακόραχη – ανάμεσα Λαγκαδιού και Ανθηρού – απάντησα το μπάρμπα Σπύρο Ζουμπορλή και αφού τον καλημέρισα με σεβασμό και χαρά, το ίδιο και εκείνος, τον είδα να κοντοστέκεται και να πιάνει την κλίτσα από τα χέρια μου. Την περιεργάστηκε για λίγο και μου’ πε με νόημα:
«Τι κλίτσα είν’ αυτή, δεν είνι θκή μας… που την έλαβις; Θα σι γιλάν ιδώ στου Χουργιό μην την βγάντς ντίπ, μη βγεις στα μαγαζιά μ’ αυτήν…
Τόσ’ φκιάνουν κλίτσις ιδώ, δε σό ’κανε κανένας ισένα; Να πάς στου Λάζαρου Γάλλου ή στου Θωμά Κορλό ή στο Γιώργου Παπαρούνα ή στο Θωμά Μπαλάνου, ή στο μπάρμπα Γώγου τον Κλάρα ή στουν Αλέκου Γραμμένου να σ’ φκιάσουν κλίτσα… κλίτσα να δουν τα μάτια σ… Δε σι χώραε ο τόπους ιδώ κι μας έφερεις απ’ αλλού κλίτσα… τι να σ’πού πιδί μ… να τόχς χαμένου… κι είσι κι γραμματζούμενους…».
Ένιωσα αμήχανα και περπατώντας – λίγο πριν το Σωτήρη Ζάχο την έκρυψα μέσα στα βάτα. Την πήρα όταν ματαγύρισα στο Καρνέσσι και αργότερα τη χάρισα.

Κατάλαβα το δίκιο του Πρωτομάστορα και από τότε ήθελα τη δική μου ντόπια κλίτσα. Και την απέκτησα – έργο του Θωμά Μπαλάνου από τον Κριτσιάρη που είχε φκιάσει και του πατέρα μου.
Είναι πραγματικό ξυλόγλυπτο με το δικέφαλο αετό και το φίδι και αυτή με έκανε να κινήσω πέρα και να γίνω συλλέκτης.
Προχτές, ο αγαπημένος μου ανεψιός και συγχωριανός Βασίλειος Τσιούμας του Φάνη και της Μαίρης – Δντής των ΕΛΤΑ Ομονοίας Αθηνών, αγωνιστής της Αργιθέας και άνθρωπος της Παράδοσης και του Πολιτισμού με παλιά συνεργασία μαζί μου στο Συλλογικό Κίνημα, μου τηλεφώνησε και μου είπε πως με τιμάει με μία κλίτσα πούχει στην κατσιούλα της αηδόνι. Την έστειλε στο σπίτι μου στο Χωριό με την αδερφή του Ζωγραφούλα και έγινε παράδοση-παραλαβή επίσημα και με φωτογραφία.
Ήταν η 31η κλίτσα και αυτό ήταν το όριο που είχα βάλει στον εαυτό μου για να ειπωθώ συλλέκτης!!! Και το όριο αυτό το έπιασα.
Είναι ξεχωριστό το κάθε κομμάτι της συλλογής μου, είναι έργα λαϊκών τεχνητών με μεράκι, για αυτό και μπορεί κανείς να πει αβίαστα πως είναι έργα μοναδικά τέχνης και πολιτισμού της Αργιθέας με ναυαρχίδα αυτή του ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ που φιλοτέχνησε και μου δώρησε ο σπουδαίος ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΜΠΛΑΣ από τη Στεφανιάδα!!!
Τα κομμάτια της συλλογής μου είναι ό,τι βρήκα, άλλες παλιές και άλλες καινούργιες, δίχως παραγγελία τύπου και παραστάσεων. Προσπάθησα να έχω από διαφορετικούς Αργιθεάτες κλιτσοποιούς για να κρατήσω στο μέλλον την τεχνοτροπία τους και την ιδέα της κλίτσας στην περιοχή μας!!!
Οι κλίτσες ειδικά της Κυριακής, της Γιορτής και της πλατείας είναι καταπληκτικές, είναι κεντήματα επάνω στο ξύλο, είναι εργόχειρα σπουδαία!!!

Του Μενέλαου Παπαδημητρίου

Πηγή

Γράψτε το σχόλιό σας.