facebook twitter youtube googleplus
on/off

C. ZakinthouBooks: Paramythi: Oi ennia agriokyknoi kai h wraia elenh

Μία φορά κι έναν καιρό ήτανε μία βασίλισσα και είχε εννιά γιους και μία κοπέλα. Κάποτε όμως πέθανε η βασίλισσα κι έμειναν τα παιδιά ορφανά. Ο βασιλιάς παντρεύτηκε και πήρε άλλη γυναίκα, πολύ κακή, που δεν αγαπούσε και δεν πρόσεχε τα παιδιά.

Μία μέρα πήγε στη βασίλισσα μία γριά και της είπε ότι μπορούσε να μαγέψει τα παιδιά και να γίνουνε πουλιά. Η βασίλισσα δέχτηκε και η γριά τα μάγεψε κι έγιναν εννιά όμορφοι αγριόκυκνοι. Όλη μέρα γύριζαν στον κόσμο και το βράδυ πήγαιναν στο σπίτι. Η βασίλισσα όμως δεν ησύχαζε κι ήθελε να τα χαλάσει* ακόμη και τώρα, που ήτανε πουλιά.

Μία μέρα λοιπόν οι αγριόκυκνοι, για να γλιτώσουν από την κακιά μητριά τους, έπλεξαν ένα στρώμα από ψαθί, έβαλαν πάνω την αδερφή τους, κι έφυγαν για να πάνε όσο πιο μακριά μπορούσαν. Ο ένας πετούσε πάντα πάνω απ’ την κοπέλα, για να της κάνει ίσκιο με τα φτερά του και να μη την καίει ο ήλιος. Πήγαιναν, πήγαιναν πάνω από τη θάλασσα ώσπου λιγώσανε* κι κάθισαν να ξεκουραστούν σ’ ένα μικρό νησάκι. Τόσο μικρό ήταν αυτό το νησάκι, που τους έπαιρνε με το ζόρι τον ένα πάνω στον άλλο. Περάσανε εκεί τη νύχτα, και την αυγή πήρανε πάλι το στρώμα, από τις τέσσερις άκρες, με τις μύτες τους και φύγανε. Πήγαιναν, πήγαιναν, ώσπου έφτασαν σ’ ένα άγριο μέρος. «Εδώ», είπαν, «είναι καλά να κάτσουμε». Κι άρχισαν να γυρεύουν κατοικία. Με τα πολλά, βρήκανε μία σπηλιά, κοντά στο βουνό, που ήτανε γεμάτη αγκάθια. Την καθάρισαν κι έβαλαν την ωραία Ελένη να κάθεται μέσα. Εκείνοι γύριζαν όλη μέρα και φρόντιζαν να βρίσκουν φαΐ και να το πηγαίνουν στην αδερφή τους. Η Ελένη περνούσε καλά, αλλά λυπόταν που δεν μπορούσε να σώσει τους αδερφούς της και να τους κάμει πάλι ανθρώπους.

Μια νύχτα είδε στον ύπνο της μία γριά, που βαστούσε στο χέρι της μία τσουκνίδα, και της είπε: «Εδώ, στο γύρω της σπηλιάς, υπάρχουνε πολλές τσουκνίδες. Αν θέλεις να σώσεις τους αδερφούς σου, να βγεις να τις μαζέψεις, να τις πατήσεις ξυπόλυτη, να τις κάμεις κλωστή και μ’ αυτή να φτιάξεις εννιά φορέματα. Μόλις τα φορέσουνε οι αδερφοί σου θα γίνουνε άνθρωποι, όπως πρώτα. Αλλά, άκουσε να σου πω: Όσον καιρό θα κάνεις αυτή τη δουλειά, δε θα μιλήσεις καθόλου, γιατί αν μιλήσεις χάθηκες. Τ’ αδέρφια σου θα πεθάνουν!» Η γριά έδωσε μία στην ωραία Ελένη με την τσουκνίδα που κρατούσε κι έφυγε. Κι από τον πόνο ξύπνησε η κοπέλα κι αμέσως άρχισε τη δουλειά της. Βγήκε, μάζεψε ένα σωρό τσουκνίδες κι άρχισε να τις πατάει με τα πόδια της. Από τ’ αγκάθια τα πόδια της και τα χέρια της γεμίσανε πονίδια*, αλλά αυτή δε σταματούσε.

Το βράδυ πήγανε τ’ αδέρφια της και την είδαν που δούλευε. Της μιλούσαν, της μιλούσαν, μα εκείνη δεν έβγαζε μιλιά από το στόμα της. Τ’ αδέρφια της, οι αγριόκυκνοι, στενοχωρήθηκαν πολύ κι άρχισαν να κλαίνε. Τα δάκρυά τους όμως έπεφταν πάνω στα πονίδια της κι αυτά γιατρεύονταν αμέσως.

Read more

Write your comment.