facebook twitter youtube googleplus
on/off

C. ZakinthouBooks: Paramythi: H andravida poy egine xrysopsaro

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε δυο αδέρφια, ένα αρσενικό κι ένα θηλυκό, ο Γιάννης και η Ανδραβίδα. Αλλά στην κοπέλα είχε η τύχη της γραμμένο, αν έβλεπε καμιά φορά θάλασσα, να γίνει αμέσως ψάρι.

Κάποτε ο αδερφός της έφυγε και την άφησε με μία δούλα. Στον τόπο που πήγε έπιασε φιλία μ’ ένα βασιλόπουλο. Μια μέρα, εκεί που κουβεντιάζανε, από τη μία κουβέντα στην άλλη, είπανε και για παντρειές, και ο Γιάννης είπε στο βασιλόπουλο ότι έχει μία αδερφή, που όταν γελάει, πέφτουνε ζαχαρόκουκα* και όταν χτενίζεται πέφτουνε τριαντάφυλλα, και όταν κλαίει κυλάνε τα δάκρυά της σα μαργαριτάρια.

Το βασιλόπουλο ενθουσιάστηκε κι είπε στο Γιάννη πως θέλει να την πάρει γυναίκα του. Ο Γιάννης δέχτηκε και ξεκίνησε να πάει να τη φέρει. Αλλά, εκείνη την ώρα, λησμόνησε ότι της είχε η τύχη της γραμμένο να μη δει ποτέ της θάλασσα κι έτσι δεν το είπε ούτε στο βασιλόπουλο.

Πήγε λοιπόν στην αδερφή του και της είπε τα νέα. «Ένα μοναχά με σκιάζει, που δεν μπορείς να δεις θάλασσα…»

«Ξέρεις τι να μου κάμεις;», του λέει εκείνη. «Να μου φτιάξεις ένα κλουβί και να με βάλεις μέσα και να το ανοίξεις μοναχά την ώρα που θα φτάσουμε στη χώρα του βασιλιά».

Πραγματικά ο Γιάννης της έκαμε ένα κλουβί, της έβαλε μέσα ό,τι χρειαζότανε, και την έκλεισε. Πήρε και τη δούλα μαζί, μπήκανε στο πλοίο και ξεκινήσανε. Λέει τότε ο Γιάννης στη δούλα: «Ό,τι και να σου τάξει, εσύ να μην της ανοίξεις».

Αλλά εκεί που ταξιδεύανε, είπε η Ανδραβίδα: « Άνοιξέ μου, χρυσή μου δούλα!»

Κι εκείνη τη λυπήθηκε και της άνοιξε. Αμέσως η Ανδραβίδα δίνει μία, πέφτει στη θάλασσα κι αμέσως έγινε ψάρι. Πάει τότε η δούλα και λέει στο Γιάννη: «Ε, Γιάννη! Δεν είχες καλά κλεισμένο το κλουβί και βγήκε η Ανδραβίδα κι έπεσε στη θάλασσα κι έγινε ένα χρυσό ψάρι».

Ο Γιάννης λυπήθηκε για τη αδερφή του, αλλά λυπήθηκε και για το βασιλόπουλο. Με τα πολλά σκέφτηκε: «Θα του πω πως η δούλα είναι η αδερφή μου. Κι αν θέλει να την πάρει, καλά, αλλιώς γυρίζουμε πάλι πίσω». Κάλεσε λοιπόν τη δούλα και της το είπε. «Καλά», του λέει εκείνη. «Ό,τι αποφασίσεις εσύ, εγώ το δέχομαι».

Έφτασαν λοιπόν στον τόπο, που ήταν το βασιλόπουλο, και του έδειξε τη δούλα και του είπε πως είναι η αδερφή του. Στο βασιλόπουλο δεν άρεσε η δούλα, αλλά για να μη βγει από το λόγο του, τη στεφανώθηκε.

Έτσι πέρασε κάμποσος καιρός και μία μέρα λέει η δούλα στο βασιλόπουλο πως θέλει να σκοτώσουνε το Γιάννη. Το βασιλόπουλο δεν ήθελε.

Μία άλλη μέρα του λέει πάλι, πως θέλει να φτιάξουνε ένα περιβόλι με όλα τα δέντρα μέσα και να πούνε στο Γιάννη να τους το φτιάξει, που ξέρει. Ο βασιλιάς συμφώνησε κι αμέσως η δούλα καλεί το Γιάννη και του λέει:

«Να μας φτιάξεις, σ’ ένα μήνα, ένα περβόλι με όλα τα δέντρα. Μα, αν δεν το καταφέρεις θα σε κόψω».

«Καλή μου δούλα», λέει ο Γιάννης, «αυτό που μου ζητάς δεν μπορώ να το κάμω».

«Θα το κάμεις, γιατί αλλιώς θα σε κόψω!»

Read more

Write your comment.