facebook twitter youtube googleplus
on/off

C. ViotiaBooks: Agonia kai agonas gia ti dikeosuni

Γεωργίου Χαρ. Σανιδά
Εισαγγελέα Αρείου Πάγου ε.τ.
«Αγωνία και αγώνας για τη Δικαιοσύνη»
Εκδόσεις : ΑΝΤ. Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑ
ΑΘΗΝΑ-ΚΟΜΟΤΗΝΗ 2011



Τη ∆ευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011 στην κατάµεστη αίθουσα τελετών στο αµφιθέατρο του Εφετείου Αθηνών έγινε η παρουσίαση του βιβλίου του ε.τ. εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Γεωργίου Σανιδά, µε τίτλο «Αγωνία και αγώνας για τη ∆ικαιοσύνη». Για το βιβλίο µίλησαν ο τέως πρόεδρος του Αρείου Πάγου κ. Βασίλειος Νικόπουλος, ο τέως αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. ∆ηµήτριος ∆ωρής, ο οµότιµος καθηγητής του Πανεπιστηµίου Αθηνών κ. Νικόλαος Κλαµαρής, ο πρόεδρος της Νοµικής Σχολής του ∆ηµοκρίτειου Πανεπιστηµίου Θράκης κ. Αριστοτέλης Χαραλαµπάκης και ο δικηγόρος κ. Περικλής Σταυριανάκης. Ο κ. Γεώργιος Σανιδάς, γεννήθηκε στην Λιβαδειά και σπούδασε νοµικά στη Νοµική Σχολή του Πανεπιστηµίου Αθηνών, απ’όπου αποφοίτησε το 1965. Το 1971 µετά από επιτυχείς εξετάσεις και αφού είχε ασκήσει δικηγορία για τρία χρόνια εισήλθε στο δικαστικό σώµα και διορίστηκε εισαγγελικός πάρεδρος στη Χαλκίδα. Μετά από επιτυχή τριακονταετή θητεία και τον χειρισµό σοβαρών υποθέσεων φθάνει το 2003 στον βαθµό του αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τον επόµενο χρόνο ανέλαβε την υπόθεση του παραδικαστικού, υπόθεση που τον έκανε και γνωστό στο ευρύτερο κοινό. Το 2006 επιλέχθηκε για την θέση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Αξίζει να σηµειωθεί ότι για πρώτη φορά µετά από 20 χρόνια επιλέχθηκε για αυτή την θέση πρόσωπο απο τον εισαγγελικό κλάδο. Στην θέση παρέµεινε έως τον Ιούνιο του 2009, οπότε τελειώνοντας ευδοκίµως την θητεία του στην ∆ικαιοσύνη συνταξιοδοτήτε. Μέσα στις 466 σελίδες του βιβλίου ο κ. Σανιδάς εξιστορεί όλη του την πορεία και τις σηµαντικές υποθέσεις που χειρίστηκε ως εισαγγελικός λειτουργός όλα αυτά τα χρόνια, στις πρώτες όµως σελίδες υπάρχει το ξεκίνηµα ο Ζαγαράς και η Λιβαδειά. (Παραθέτουµε αποσπάσµατα από αυτό το κεφάλαιο) Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ – ΜΑΘΗΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ Σ’ ένα βραχώδη και κρηµνώδη χώρο της συνοικίας Αγίου Νικολάου ή Ζαγαρά της όµορφης και ιστορικής πόλης της Λιβαδειάς βρίσκεται µια παλαιά κεραµοσκεπής κατοικία επιφάνειας 65 τ.µ. περίπου, κτισµένη από πέτρα και πηλό, γύρω στην πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα. Αποτελείται από το καθιστικό µε το τζάκι, τη «σάλα», ένα µικρό υπνοδωµάτιο και µια µικρή κουζίνα. Συµπλήρωµά της ένα «κατώϊ» µικρότερης επιφάνειας, που ήταν ο χώρος αποθήκευσης παραγοµένων κάθε χρόνο µικρών ποσοτήτων κρασιού και βαµβακιού, αλλά και χώρος για ζώα. Σ’ αυτό το σπίτι γεννήθηκα το Νοέµβριο του 1942. Σ’ αυτό το σπίτι γεννήθηκαν και τα τρία αδέλφια µου, ο Σωτήρης το 1944, ο Νίκος το 1946 και η Άννα το 1948, και σ’ αυτό το σπίτι µεγαλώσαµε τέσσερα παιδιά σ’ ένα δωµάτιο, πέφτοντας για ύπνο «στρωµατσάδα». Ίσχυε για εκείνη την εποχή το γνωστό τραγούδι «επτά νοµά σ’ ένα δωµά», Είµαστε όλοι παιδιά των πέτρινων χρόνων της κατοχής και του εµφυλίου πολέµου. Ο πατέρας µας, ο Χαράλαµπος Σανιδάς, έχοντας τελειώσει το Γυµνάσιο το έτος 1930, ασχολείτο µέχρι το έτος 1951 µε αγροτικές εργασίες στα λίγα δικά του αγροτικά κτήµατα και σε άλλα κτήµατα. Το έτος εκείνο, και αφού είχε πολεµήσει στα βουνά της Πίνδου το 1940 και στη συνέχεια στον εµφύλιο µε τις Εθνικές ∆υνάµεις, διορίσθηκε, αρχικά, αρχιφύλακας στην Αγροφυλακή και στη συνέχεια τον τοποθέτησαν γραµµατέα στο Αγρονοµείο και λίγο αργότερα στη ∆ιοίκηση Αγροφυλακής της Λιβαδειάς… Ο µισθός που έπαιρνε µόλις που επαρκούσε για τις 15-20 ηµέρες του µήνα. Αυτός ήταν ο λόγος που αναγκαζόταν, τις ώρες που δεν είχε γραφείο, όπως και η µητέρα µας η Λουκία, να ασχολούνται µε την καλλιέργεια των ολίγων αγρών, που είχαν, µε βαµβάκι. Με το παραγόµενο βαµβάκι και την εργασία της µάνας και σε ξένα κτήµατα εξοφλούνταν τα «βερεσέδια» της κάθε χρονιάς….. Θυµάµαι ότι πολλές φορές για φαγητό τα βράδια ήταν αρκετή µια φέτα ψωµί βουτηγµένη σ’ ένα ποτήρι κρασί (το λέγαµε «κρασοβούτι», ή µια «καψαλιασµένη» στη φωτιά φέτα ψωµί αλειµµένη µε λίγο λάδι και ρίγανη. Παρά τις τόσες δυσκολίες, όµως, και οι δύο γονείς µας δεν διανοήθηκαν να µη µας στείλουν στο σχολείο. Επιθυµούσαν διακαώς να µορφωθούµε και να φθάσουµε όσο ήταν δυνατόν ψηλότερα, έστω και εάν οι ίδιοι στερούνταν τα πάντα. Πώς, αλήθεια, µπορεί να ανταποδοθεί αυτή η µεγάλη αυτοθυσίας Νοµίζω µε τίποτε. Προσωπικά, το ελάχιστο που µπορώ να κάνω είναι να εκφράσω την απέραντη ευγνωµοσύνη µου προς τον αείµνηστο πατέρα µου και την προσφάτως κοιµηθείσα σε ηλικία 94 ετών, αείµνηστη µητέρα µου για την προς εµένα και τ’ αδέλφια µου ανεκτίµητη προσφορά τους και την απαράµιλλη θυσία τους. Προσφορά και θυσία που τα καθιστούσε δυνατά η µεγάλη πίστη τους στο Θεό και η άπειρη αγάπη τους προς εµάς και την πατρίδα. ….. Τα πρώτα γράµµατα, τα γράµµατα του ∆ηµοτικού Σχολείου, τα πήραµε όλα τα’ αδέλφια στο ιστορικό 3ο ∆ηµοτικό Σχολείο της Λιβαδειάς, που δεσπόζει στην κορυφή της συνοικίας µας απέναντι από το Καταλανικό Φρούριο. Το Σχολείο αυτό είχε κτισθεί µε δωρεά του ευεργέτη της πατρίδας Ανδρέα Συγγρού. Σήµερα χρησιµοποιείται από το ∆ήµο ως κέντρο παιδικής απασχόλησης. Στη διάρκεια του δηµοτικού σχολείου είχα τρεις δασκάλους. Οφείλω να εκφράσω την ευγνωµοσύνη µου σε όλους, κυρίως και προεχόντως, όµως, σε έναν, τον αείµνηστο ∆ιονύσιο Παπαγγελή που µε είχε µαθητή στην Τρίτη, Πέµπτη και Έκτη τάξη του ∆ηµοτικού. Ένα δάσκαλο αυστηρό µεν αλλά γεµάτο µε αγάπη για τα παιδιά και µε πάθος και αγωνία να µάθουν γράµµατα, πάνω, όµως, απ’ όλα να γίνουν ενάρετοι άνθρωποι. Αυτός ο δάσκαλος έβαλε τα θεµέλια για να προχωρήσω στη συνέχεια. Και να σκεφθεί κανείς ότι ο δάσκαλος αυτός, όπως άλλωστε οι περισσότεροι τότε δάσκαλοι, έκανε µάθηµα σε δύο συγχρόνωξ τάξεις. Και τα έβγαζε πέρα, παρά τις τεράστιες δυσκολίες, τις άθλιες συνθήκες και τις ανύπαρκτες υποδοµές. Και τα έβγαζε πέρα γιατί υπήρχε η αγάπη για τα παιδιά και το «µεράκι» και η φλόγα µέσα του να µεταλαµπαδεύσει τη γνώση, στοιχεία, φοβούµαι, άγνωστα και ξένα για τους περισσότερους σήµερα δασκάλους. Την εγκύκλια παιδεία τη συνέχισα στο µοναδικό τότε Γυµνάσιο Λιβαδειάς, ένα ωραίο διώροφο κτίριο µε έξι (6) µεγάλες αίθουσες, που είχε εγκαινιασθεί το 1930 από τον µεγάλο Ελευθέριο Βενιζέλο, λειτουργεί δε ως σχολείο και σήµερα. Και εδώ οι γλίσχροι µισθοί δεν εµπόδιζαν τους ζηλωτές καθηγητές να µεταλαµπαδεύσουν τη γνώση. Οι ελλείψεις σε αριθµό αιθουσών και τα ανεπαρκή µέσα (πολλές φορές δεν υπήρχαν ούτε κιµωλίες ή σφουγγάρια για το σβήσιµο του πίνακα και χρησιµοποιούσαν οι καθηγητές µας το µανίκι του σακακιού τους για να σβήνουν) τα κάλυπτε η αγάπη τους για τα παιδιά και την πατρίδα και το µεράκι να µεταλαµπαδεύσουν τη γνώση και να διδάξουν µε το παράδειγµά τους ήθος στους µαθητές. ∆εν τους ενδιέφερε µόνο να µάθουµε γράµµατα. Τους ενδιέφερε εξίσου να γίνουµε σωστοί άνθρωποι. Οι φιλόλογοι Άννα Ζαρειφοπούλου, Λουκάς ∆ούκας, Νικολαϊδης, Γιάννης Μιχαλέτος και ο Γυµνασιάρχης µας Σωτήριος ∆ηµητρίου, ο µαθηµατικός ∆ηµήτριος Παπαθανασίου και ο φυσικός Νίκος Αναστασίου ήταν για εµένα οι πηγές, από τις οποίες άντλησα το «ύδωρ» της γνώσης, αλλά και οι φωτεινοί φάροι που µε οδηγούσαν στο δρόµο της προόδου. ….. Θα µου επιτραπεί, όµως, εδώ να κάνω ειδική αναφορά στο Γυµνασιάρχη µας, τον σπουδαίο αυτόν άνθρωπο και γεννηµένο για δάσκαλο, Σωτήριο ∆ηµητρίου, που µας δίδαξε αρχαία ελληνικά στην Ογδόη Γυµνασίου. Ήταν αυστηρός, επιβλητικός αλλά και βαθιά και αληθινά ανθρώπινος. Το πέρασµά του από το Γυµνάσιο άφησε εποχή…… Είναι αυτονόητο ότι το να µνηµονεύσω τους δασκάλους µου και τους καθηγητές µου, που σφράγισαν τη ζωή µου και την πορεία µου και στους οποίους κατά µεγάλο µέρος οφείλω το «ευ ζην», αποτελεί ελάχιστο δείγµα ευγνωµοσύνης. Αξίζει βεβαίως να κάνω µνεία και των συµµαθητών µου στο Γυµνάσιο, οι πλείστοι από τους οποίους πέτυχαν σε διάφορες Πανεπιστηµιακές Σχολές. Με όλους είχα αναπτύξει και διατηρούσα πολύ καλές σχέσεις. Ιδιαίτερα, όµως, θα µνηµονεύσω τρεις. Τον γείτονά µου στη Λιβαδειά Σπύρο Τσώκο, συνταξιούχο ήδη εφοριακό υπάλληλο, µε τον οποίο µε συνέδεσε από την αρχή του Γυµνασίου αδελφική φιλία, στη συνέχεια δε και πνευµατική συγγένεια, (βάπτισα τη µοναδική και εξαίρετη κόρη του, τη Ζωή), και µε τον οποίο µοιραζόµαστε πάντοτε χαρές και πίκρες, αγωνίες και προβλήµατα, και τους: Σεραφείµ Ντουρντουρέκα (τον πρώτο των πρώτων µαθητή), του οποίου οι γονείς ήταν ποιµένες και µε οικονοµική κατάσταση χειρότερη από εκείνη της οικογένειάς µου, και Γιάννη Μπράµη, γόνο αρχοντικής, αλλά συγχρόνως ταπεινής οικογένειας της Λιβαδειάς (ο πατέρας του ήταν ιατρός), µε τους οποίους συνδέθηκα και διατηρώ έκτοτε πολύ καλή φιλία. Ο Σεραφείµ Ντουρντουρέκας, µε τον οποίο συµπορευτήκαµε στη συνέχεια στη Νοµική Σχολή Αθηνών, παρέµεινε δικηγόρος στη Λιβαδειά και ο Γιάννης Μπράµης τελείωσε την Ιατρική Σχολή Αθηνών και, τελικώς, εξελίχθηκε, αφού µετεκπαιδεύθηκε και στο εξωτερικό, σε καθηγητή του Πανεπιστηµίου Αθηνών στην έδρα της χειρουργικής, αλλά πάνω απ’ όλα σε έναν εξαίρετο, ακριβέστερα, σ’ έναν µοναδικό χειρουργό. Κλείνοντας, τέλος, την ενότητα αυτή περιττό να πω ότι η ανέχεια και οι στερήσεις συνεχίσθηκαν τόσο κατά τη διάρκεια των Γυµνασιακών χρόνων όσο και κατά τη διάρκεια των σπουδών στο Πανεπιστήµιο. Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος για τον οποίο από την αρχή των Γυµνασιακών χρόνων, τα καλοκαίρια εργαζόµουνα σε διάφορες εργασίες αλλά και στα δικά µας λίγα κτήµατα, για να ενισχύω τα οικονοµικά της οικογενείας µου…… Τα πράγµατα άρχισαν να βελτιώνονται, από οικονοµικής πλευράς, για την οικογένεια, όταν πήρα το πτυχίο. Όχι µόνο γιατί έκτοτε δεν είχα ανάγκη βοήθειας, αλλά και διότι τον καιρό εκείνο ο αδελφός µου ο Σωτήρης είχε αρχίσει να εισφέρει στην οικογένεια κάποια χρήµατα. Τούτο γιατί µετά τις δύο πρώτες τάξεις του Γυµνασίου ζήτησε από τους γονείς µας να µη συνεχίσει το Γυµνάσιο, αλλά να ασχοληθεί µε την τέχνη του ξυλουργού, µετά δε τέσσερα περίπου χρόνια µαθητείας, είχε αρχίσει να αµείβεται για την εργασία του. Οφείλω για τη θυσία που έκανε και τη συνεισφορά του προς την οικογένειά µας, να εκφράσω και προς αυτόν τις ευχαριστίες µου.

Write your comment.