facebook twitter youtube googleplus
on/off

Δ. Νάξου και Μικρών ΚυκλάδωνΒιβλία: Περιδιαβαίνοντας τη Σχοινούσα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β

(Σχοινούσα νησί 200 ή 300 εκατομμυρίων)

Ταξίδι για Σχοινούσα

Το Σεπτέμβριο του 1972 ο Γρηγόρης ετοιμάζει ξανά τις βαλίτσες του, μαζεύει τα βιβλία που χρειαζόταν, τα αμπαλάρει με τη βοήθεια της μάνας του και με ταξί κατεβαίνει στο λιμάνι του Πειραιά. Βγάζει εισιτήριο από τον πράκτορα του καραβιού «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑ» και πηγαίνει στο πλοίο.

Με τη βοήθεια λιμενεργατών φορτώνει τα πράγματά του στο μικρό γκαράζ του καραβιού και ο ίδιος προχωρεί, ανεβαίνει μια σκάλα και πηγαίνει και κάθεται σ’ ένα μικρό σαλόνι του πλοίου.

Το ταξίδι άρχισε με λιγοστούς επιβάτες. Η θάλασσα ήταν καλή, όπως είναι συνήθως πάντοτε το μήνα Σεπτέμβριο και το καράβι αργά – αργά ανοιγόταν στο πέλαγος, αφήνοντας πίσω του τον Πειραιά, την Αθήνα, το Σούνιο, τη μεγάλη στεριά.

Συναντήθηκε με κάποιο συνάδελφό του και μαζί βγήκαν και κάθισαν στο κατάστρωμα του πλοίου. Ώρες συζητούσαν για τα νησιά, για τις δύσκολες συνθήκες ζωής σε πολλά από αυτά και για τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο καθένας τους την πρώτη χρονιά της καριέρας τους. Μιλούσαν για τους επιθεωρητές που με εγκυκλίους εφιστούσαν την προσοχή τους στην όλη παρουσίαση και εμφάνισή τους.

«Ο δάσκαλος δεν πρέπει να διακρίνεται μόνο για το ήθος του και την εργατικότητά του. Πρέπει να είναι κοσμίως ενδεδυμένος, κουρεμένος, ξυρισμένος και να φοράει λαιμοδέτη στην τάξη».

Συζητώντας και χαζεύοντας τη θάλασσα και τα δελφίνια, που έκαναν την εμφάνισή τους πότε πότε, το καράβι ύστερα από εφτά ώρες γαλήνιου, ήρεμου κι ευχάριστου ταξιδιού, έφτασε στο λιμάνι του πρώτου νησιού της ακτοπλοϊκής γραμμής, τη Σύρο.

Κατέβηκε στο γκαράζ, για να ρίξει μια ματιά στα πράγματά του και να αποχαιρετήσει το συνάδελφό του, που στάθηκε τυχερός και τοποθετήθηκε από την αρχή της καριέρας του σε προνομιούχο νησί.

Μόλις το καράβι σήκωσε άγκυρες πήγε και κάθισε στο σαλόνι της Β΄ θέσεως. Δίπλα του καθόταν ένας απλός καλοκάγαθος χωριάτης κι έπιασε κουβέντα μαζί του. Ήταν ένας ψηλός ξερακιανός νέος με μακριά χέρια και σκληρές τεράστιες παλάμες. Η τραγιάσκα του βαλμένη στραβά άφηνε να φανούν τα κορακάτα μαύρα μαλλιά του και το συνοφρυωμένο μέτωπό του. Τα ρούχα του απλά και λιτά συμπλήρωναν την όλη του εμφάνιση, που έδειχνε έναν άντρα ξωμάχο που δούλευε με μεράκι και ταμάχι τη γη του. Του άρεσε η συζήτηση, ήθελε να φανεί πολύξερος. Ο Γρηγόρης εκμεταλεύτηκε τη αδυναμία του για να πάρει όσο το δυνατό περισσότερες πληροφορίες μπορούσε.

Ο Κοσμάς, έτσι έλεγαν τον κύριο αυτόν, πρόθυμα έδινε τις πληροφορίες του και μάλιστα πότε πότε προχωρούσε τη συζήτηση κι έλεγε από αφέλεια πράγματα που για το Γρηγόρη ήταν εντελώς αδιάφορα.

Δεν θυμάται πολλά πράγματα και ιστορίες από τη συζήτηση αυτή που κράτησε ώρες. Το μόνο που θυμάται καλά είναι αυτό που του είπε όταν ο τελάλης του πλοίου φωναξε να ετοιμαστούν, να κατεβούν οι επιβάτες με προορισμό το νησί που πήγαινε και ο Κοσμάς.

-Κατέβα εδώ, έλα να γίνεις δάσκαλος στο νησί μου. Εκεί που πας δεν είναι καλοί άνθρωποι.

Η φράση αυτή τον ξάφνιασε, την απέδωσε όμως στην αστοχισιά ενός αγράμματου και απλοϊκού νέου που ήταν προσκολλημένος στον τόπο του και στους ανθρώπους που ήταν γύρω του και αγαπούσε.

Περασμένα μεσάνυχτα φτάσανε στο νησί του προορισμού του. Μια μικρή βάρκα με δύο απλοϊκούς βαρκάρηδες πλησίασε το πορτέλο του καραβιού, κράτησαν τη βάρκα δίπλα στο σκαρί του πλοίου, ανέβηκε ένας επιβάτης με τα πράγματά του, δώσανε τα μπαγάζια του Γρηγόρη στους βαρκάρηδες και αμέσως κι αυτός πήδηξε στη βάρκα. Το μπάρκο και ξεμπάρκο αυτό είναι πολύ επικίνδυνο ιδιαίτερα όταν η θάλασσα είναι φουρτουνιασμένη. Η βάρκα ανεβοκατεβαίνει και κινδυνεύουν οι επιβάτες να βρεθούν στη θάλασσα ανά πάσα στιγμή του σκαμπανεβάσματος.

Οι βαρκάρηδες που χρόνια έκαναν αυτή τη δουλειά στα αλίμενα νησιά μας, που ξενυχτούσαν περιμένοντας το καράβι μεσοπέλαγα, για να εξυπηρετούν τους ταξιδώτες και το νησί τους, είναι άξιοι επαίνου και συγχαρητηρίων που για λίγα χρήματα διακινδύνευαν τη ζωή τους, την περιουσία τους. Ο Γρηγόρης τους φαντάζεται σαν μικρούς θαλασσινούς ήρωες μιας άλλης περασμένης αλλά και κοντινής μας εποχής.

Ήταν νύχτα και μαύρο σκοτάδι απλωνόταν παντού. Δε διέκρινε τίποτε. Μόνο το θόρυβο των κουπιών που χτυπούσαν την ήσυχη θάλασσα, άκουγε.

Ρώτησε κάτι τον ένα βαρκάρη, απάντηση δεν πήρε, ξαναρώτησε, δεν άκουσε τίποτε. Άναψε το φακό που είχε μαζί του και κοίταξε προς τη στεριά. Είδε το μικρό μώλο όπου θα προσάραζε η βάρκα και θα αποβιβαζόταν. Πλεύρισε η βάρκα στο μώλο και πήδηξε ο ένας βαρκάρης στη στεριά και έδεσε τη βάρκα. Του δώσανε τα πράγματα και βγήκαν κι αυτοί στη στεριά. Προσπάθησε να συνεννοηθεί μαζί τους, να ανταλλάξουν δύο κουβέντες.

-Είμαι ο δάσκαλος που περιμένετε τους λέει.

Τον κοίταζαν απορρημένοι, δεν άκουσαν, δεν κατάλαβαν τίποτε.

Μάλλον είναι κουφοί ή βαρήκοοι, σκέφτηκε ο Γρηγόρης.

Ο ένας βαρκάρης τον φιλοξένησε σπίτι του. Ξύπνησε τη γυναίκα του, έστρωσε αυτή ένα αμπάρι και του είπε ότι μπορεί να κοιμηθεί εκεί. Το πρωΐ που ξύπνησε είδε έκπληκτος να περιμένουν στο δρόμο μερικές γυναίκες για να ψωνίσουν από τα εμπορεύματά του.

Τι άραγε να είχε συμβεί;

Ίσως ο άλλος βαρκάρης που δεν άκουγε σχεδόν καθόλου να διέδωσε ότι τη νύκτα κατέβηκε από το πλοίο ένας πραματευτής ή οι γυναίκες είδαν τα αμπαγάζια του στην αυλή του βαρκάρη και λογάριασαν με το μυαλό τους πως κάποιος γυρολόγος εμποράκος βρίσκεται στο νησί τους.

-Είμαι ο νέος δάσκαλος τους λέει. ΄Ηρθα για το σχολείο, για τα παιδιά σας και θέλω κάποιον υπεύθυνο για να συνεννοηθώ μαζί του.

Επιτέλους συναντήθηκε με τον Πρόεδρο της Κοινότητας, ένα σοβαρό, έξυπνο και καλλιεργημένο άνθρωπο και τον βοήθησε να βρει άκρη και να φθάσει στο σχολείο.

Οι βαρκάρηδες

Αξίζει όμως πριν εγκαταλείψουμε τους βαρκάρηδες να πούμε λίγα λόγια γι’ αυτούς.

Ο ένας, ο κυρ Δημήτρης ζει ακόμη, γέρος στο νησί. Δεν ακούει καθόλου αλλά χαμογελάει. Χαμογελάει πολύ σε γνωστούς κι άγνωστους δείχνοντας την ευγένεια και την καλοσύνη της ψυχής του.

Ο άλλος ο Μπαξεβάνης, ο ψαράς, που καθημερινώς πήγαινε στη θάλασσα και ψάρευε χταπόδια, αστακούς και καλαμάρια είχε άτυχο τέλος. Είχε μεγάλη οικογένεια, είχε να θρέψει πολλά στόματα. Δούλευε μέρα νύχτα στη θάλασσα, για να οικονομήσει το ψωμί των παιδιών του. Ακόμη και με φουρτούνες ο Μπαξεβάνης βρισκόταν στη θάλασσα και ψάρευε με τη βαρκούλα του. Ξεχώριζε από τους άλλους συντοπίτες του για την εργατικότητα και τιμιότητά του. Αλλά δυστυχώς γι’ αυτόν, δεν περιοριζόταν μόνο στο νόμιμο ψάρεμα, αλλά πολλές φορές χρησιμοποιούσε και δυναμίτες.

Ένα πρωϊνό του Φλεβάρη, με δυνατό γραιολέβαντο, ουρανό σκεπασμένο με πυκνά μαύρα σύννεφα, έλυσαν τη βάρκα του και μαζί με το φίλο του τον Προκόπη πήγαν για ψάρεμα.

Στο μεταξύ ο καιρός γινόταν όσο ξημέρωνε. Το γραιολέβαντο δυνάμωσε περισσότερο, αστραπόβροντα έσκιζαν τον ουρανό κι άρχισε να πέφει δυνατή βροχή ασταμάτητα.

Κατά το μεσημέρι νά σου ο Προκόπης στο χωριό. Βρεγμένος, φοβισμένος, έτρεμε ολόκληρος. Δεν ήξερες αν ήταν στάλες βροχής ή ιδρώτας που έτρεχε στο πρόσωπό του. Κατάφερε να αρθρώσει δυο τρεις λέξεις και να πει ότι ο Μπαξεβάνης πνίγηκε, χάθηκε στη θάλασσα του Βαζαίου.

Οι δύο άρχοντες του νησιού κατάφεραν να τον συνεφέρουν, να του δώσουν κουράγιο και θάρρος και να καταφέρει να διηγηθεί πως έγινε το συμβάν.

«Είχαμε δέσει τη βάρκα και ετοιμαζόμαστε να ξεκινήσουμε για το χωριό. Πριν όμως φύγουμε ο Μπαξεβάνης ήθελε να σιγουρευτεί πως η βάρκα του ήταν καλά δεμένη και δεν κινδύνευε από τη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Δίνει από τα βράχια ένα σάλτο για τη βάρκα. Δεν υπολογίζει σωστά. Η θάλασσα μετακινεί τη βάρκα, ακουμπάνε τα πόδια του στην πλώρη της , σπρώχνεται πίσω και πέφτει ανάσκελα στα βράχια της ακτής. Έρχεται ένα κύμα, τον παίρνει και χάνεται δια παντός».

Πολλοί πίστεψαν την απολογία του Προκόπη. Πολλοί όμως όπως κι ο Γρηγόρης, αμφιβάλλουν κατά πόσο λέει την πραγματική αλήθεια.

Ο Μπαξεβάνης ήταν δυναμιτιστής, μπουρλοτιέρης όπως και άλλοι στο νησί. Πίστευαν όλοι τους ότι οι δυναμίτες δεν καταστρέφουν τη θάλασσα και το γόνο. Αντίθετα υποστήριζαν ότι η θάλασσα πλουτίζεται με ψάρια όταν ψαρεύεται με δυναμίτες.

Σήμερα όσοι ζουν απ’ αυτούς ίσως έχουν αλλάξει ιδέες, ίσως μετάνιωσαν για τις πράξεις τους βλέποντας τη θάλασσα σχεδόν νεκρή και τους ψαράδες να κινδυνεύουν να πεινάσουν αιτία του εντατικού αλλά και του παράνομου ψαρέματος.

Πρώτες Εντυπώσεις

Το Σεμπτέμβριο του 1972 ο Γρηγόρης βρίσκεται στην καινούργια του θέση.

Το κτίριο του σχολείου βρίσκεται σε καλή κατάσταση. Είναι άνετο, ευρύχωρο και σχετικά εξοπλισμένο με τα αναγκαία εποπτικά μέσα. Έχει μεγάλη αυλή για τα παιδιά και δύο στρέμματα κήπο με δέντρα και λουλούδια. Διαθέτει άνετο και ψιλοτάβανο σπίτι για το δάσκαλο και το σπουδαιότερο έχει και μια ομβροδεξαμενή για συγκέντρωση νερού για τις λάτρες του σχολείου.

Εγκαθίσταται στο σπίτι του σχολείου, τακτοποιεί τα πράγματά του και προσπαθεί να βολευτεί όσο το δυνατό καλύτερα.Καθαρίζει με τη βοήθεια των ντόπιων τη δεξαμενή νερού. την ασπρίζει και στη συνέχεια ασπρίζει και την ταράτσα του διδακτηρίου. Ήθελε το νερό να είναι καθαρό, πόσιμο, γιατί το ντόπιο πηγαδίσιο νερό, που το παινούσαν και το έπιναν οι ντόπιοι με ευχαρίστηση, του φαινόταν πολύ γλυφό.

Τα βράδια συχνάζει στα καφενεία κι αρχίζει να γνωρίζεται με τους ντόπιους. Του φαίνονται πρόσχαροι, ευγενικοί, χαρούμενοι και πολύ φιλόξενοι. Δεν προλαβαίνει να δέχεται τα κεράσματά τους, να τον καλούν σπίτι τους για φαγητό, να αστειεύονται μαζί του και να διηγούνται ιστορίες του νησιού τους. Η πληροφορία που του είχε δώσει κάποιος συνταξιδιώτηςτου πριν μερικές μέρες ήταν πέρα για πέρα ψεύτικη και συκοφαντική. Νόμιζε πως βρέθηκε με ανθρώπους που ήταν θεϊκά, αγγελικά πλασμένοι, όπως λέει και κάποιος μεγάλος ποιητής μας.

Στις δέκα του Σεπτέμβρη το σχολείο άνοιξε τις πόρτες του, για να υποδεχτεί τους μαθητές και έγινε κι ο καθιερωμένος αγιασμός. Ήταν η πρώτη μέρα του σχολείου και πρώτη γνωριμία του δασκάλου με τους μαθητές του.

Μονοθέσιο σχολείο με είκοσι πέντε παιδιά σ’ όλες τις τάξεις του. Τα παιδιά ήταν πρόθυμα και ευγενικά. Τον κοίταζαν μ’ ένα βλέμμα περίεργο λες και φοβούνταν την παρουσία του. Τα αγάπησε πολύ. Είναι τα πρώτα παιδιά που τους αφιερώνεται ολοκληρωτικά και αγωνίζεται για το καλό τους και τη μόρφωσή τους.

Τα πρώτα χρόνια προετοιμαζόταν πολύ για τη διδασκαλία των διαφόρων μαθημάτων. Κάθε απόγευμα αφιέρωνε πολύ χρόνο για να προετοιμαστεί και να είναι αυτάρκης στην τάξη του. Όταν περίσσευε χρόνος, πήγαινε στα καφενεία και άκουγε τις συζητήσεις των ντόπιων, που περιστρέφονταν κυρίως γύρω από τις κτηνοτροφικές ασχολίες των, αλλά και σε διάφορες εμπορικές συναλλαγές.

Καφενόβιοι οι ντόπιοι, έμεναν πολλές ώρες στα καφενεία. Ιδιαίτερα τα βράδια, έρχονταν τα μεσάνυχτα κι αυτοί δεν έλεγαν να αφήσουν την παρέα, τη συζήτηση και να πάνε για ύπνο. Έπαιζαν χαρτιά, συζητούσαν, τσακώνονταν, κορόϊδευε ο ένας τον άλλο. Παινεύονταν πως είναι νοικοκύρηδες, πουλούσαν κι αγόραζαν ζώα και γελούσαν ευχαριστημένοι.

Κάποτε σε κάποιο καφενείο ο Ηρακλής ο βιολιτζής παίνευε το Γιάννη πως είναι καλός βιολιτζής. Γρήγορα όμως το μετάνοιωσε και γυρίζει στο Γρηγόρη και του λέει ψυθιριστά.

«Εσύ να μην τα ακούς αυτά. Τα λέω για να τον κολακέψω. Εγώ είμαι το πιο καλό βιολί του νησιού κι ένα από τα καλύτερα των Κυκλάδων».

Υπήρχαν μέρες που ο Γρηγόρης ξύπναγε χαράματα. Έπινε τον καφέ του και μετά πήγαινε βόλτα μικρή η μεγάλη, ανάλογα με το χρόνο που είχε για να ανοίξει το σχολείο, στην εξοχή. Άλλοτε ανέβαινε σε λόφους και θαύμαζε το χάραμα του ήλιου και άλλοτε οι βόλτες του κατέληγαν σε όμορφες παρθένες ακροθαλασσιές. Στις πρωϊνές αυτές βόλτες συναντούσε βοσκούς που πήγαιναν στα ζώα τους κι άλλους που γυρνούσαν κιόλας από τα μαντριά τους. Καμάρωναν οι πρωϊνοί ξωμάχοι ότι ήταν νοικοκύρηδες, προκομένοι, δουλευταράδες, ενώ οι άλλοι συγχωριανοί τους που ήταν ακόμη τυλιγμένοι στις κουβέρτες ακαμάτηδες, γρουσούζηδες, τεμπέληδες.

Ήταν όμορφα, απολαυστικά κι ευχάριστα τα πρωϊνά αυτά περίπατα. Τότε δεν υπήρχαν στο νησί αυτοκίνητα να τον γεμίζουν με σκόνες και να χαλάνε το κέφι του.

Η φύση ξυπνούσε κι ο ήλιος σηκωνόταν σιγά σιγά από τη θάλασσα. Άκουγε το κουδούνισμα των κοπαδιών, το πρωϊνό λάλημα των πουλιών, την καμπάνα της εκκλησίας και καμιά φορά και την καμπάνα των διπλανών νησιών.

Εντύπωση του έκαμαν τα πολλά αγριοκούνελα που έβοσκαν κοπάδια-κοπάδια στα βοσκοτόπια. Τα αγριοκούνελα τον παρέσυραν να βγει παρέα με τον μαστρο-Λευτέρη και να στήσουν θηλιές συρμάτινες, θέλοντας με τις παγίδες αυτές, όπως γίνεται σε λαγούς και πέρδικες, να πιάσουν μερικά. Όμως τα κουνέλια φάνηκαν πιο έξυπνα από τα άλλα θηράματα. Εβλεπαν μάλλον τις συρμάτινες θηλιές και άλλαζαν πορεία.

Ο Γρηγόρης περνούσε καλά. Οι άνθρωποι ήταν φιλικοί και πρόσχαροι μαζί του. Διάβαζε, άκουγε ειδήσεις, από ντόπιους και ξένους σταθμούς, μουσική και πότε – πότε έκανε και τους περιπάτους του.

Μια οικογένεια μεσήλικων δέχτηκε να τον περιποιείται και να τρώνε μαζί ένα πιάτο φαγητό, με το αζημίωτο βέβαια. Τα βράδια πήγαινε στα καφενεία και περνούσε την ώρα του συζητώντας ή παίζοντας χαρτιά με τους ντόπιους θαμώνες. Οι άνθρωποι ήταν ανοικτοί μαζί του. Τον πληροφορούσαν για τα προβλήματά τους, τα όνειρά τους, τις επιτυχίες ή και αποτυχίες των. Έκανε παρέα και συνομιλούσε με όλους με την ίδια οικειότητα και καλοσύνη και απέκτησε την εμπιστοσύ΄νη και την αποδοχή τους.

Ο καιρός περνούσε και η εχεμύθεια του Γρηγόρη παρέσυρε τους ντόπιους σε ιδιαίτερες συζητήσεις στο σπίτι του, στο σχολείο, όπου μερικοί τον επισκέπτονταν ή στα σπίτια των που συχνά τον καλούσαν για φαγητό, πράξη που δείχνει το αίσθημα φιλοξενίας, της προσφοράς προς τους ξένους, που είχαν αναπτύξει αυτοί οι άνθρωποι. Άρχισαν να ανοίγονται περισσότερο, να ξεδιπλώνουν τον εαυτό τους και να αφήνουν την γλώσσα τους να τρέχει ροδάνι, να εκφράζουν τα απωθημένα τους παράπονα, τις ζήλειες τους, τις επαγγελματικές τους διαφορές, λες και ζητούσαν να μειώσουν με τα λόγια τους τους υπόλοιπους.

Αργότερα γνωρίστηκε με μια κοπέλα καλή, σοβαρή, αξιόλογη και χαρούμενη. Συζητούσαν μαζί για το νησί, για τις συνήθειες και τις ασχολίες των κατοίκων του.

Τότε κατάλαβε πως στις μικρές κοινωνίες ο ένας παρακολουθεί τον άλλο και ξέρουν ή τουλάχιστον προσπαθούν να γνωρίζουν τι κάνει και που βρίσκεται κάθε μέρα ο καθένας τους.

Μικρός ο κύκλος, μικρή κοινωνία που σε αναγκάζει και να συνεργάζεσαι αλλά και να ανταγωνίζεσαι τους άλλους.

Αμόρφωτοι και με αχαλίνωτη φαντασία οι άνθρωποι των μικρών τόπων επιζητούν να ξέρουν τα πάντα για τους άλλους. Το κουτσομπολιό φούντωνε κάθε βράδυ με ιλαροφανταστικές διηγήσεις στις πολύωρες βραδινές βεγγέρες.

Ένα απόγευμα η κοπέλα επισκέπτηκε το Γρηγόρη στο σπίτι του.

Δεν πρόλαβε να τραβήξει την καρέκλα και να καθίσει και αντιλαμβάνεται πως κάποιος από το απέναντι οικόπεδο την παρακολουθεί.

Παραμερίζει την καρέκλα της για να μη φαίνεται αλλά ο περίεργος αυτός άνθρωπος έρχεται και χτυπά την πόρτα δυνατά.

Η κοπέλα φεύγει από την πίσω πόρτα και εξαφανίζεται.

Ο Γρηγόρης του ανοίγει σιγά σιγά την πόρτα και τον προσκαλεί να περάσει μέσα.

Μπαίνει στο δωμάτιο που κάθονταν, κοιτάζει προσεχτικά το χώρο του, μπαίνει στα άλλα δωμάτια, τα παρατηρεί και φτάνει στην κουζίνα.

Βλέπει την πόρτα ορθάνοιχτη και απογοήτευση περιέλουσε το πρόσωπό του.

Του προτείνει να καθίσει και να πιούνε καφέ.

Ήταν άνθρωπος ευχάριστος με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και για τις απόψεις που πίστευε για τη ζωή και την κοινωνία.

Είχε το χάζι του. Τον έκανε κέφι, του άρεσε η παρέα του. Του έδειξε εμπιστοσύνη και εκτίμηση και τον άκουγε χρόνια να του διηγείται γεγονότα και ιστορίες από τη ζωή του. Τα περισσότερα τα ξόμπλιαζε με υπερβολές για εξύψωση του εαυτού του.

Ακόμη θυμάται καλά τη συμβουλή που τότε φεύγοντας του είπε:

-Φιλενάδα στο νησί δεν πρόκειται να πιάσεις, ούτε να το επιδιώξεις ποτέ.

Άλλο χειμωνιάτικο βράδυ τον επισκέφτηκε στο σχολείο ένας άντρας ομορφοκαμωμένος, που τον είχε εντυπωσιάσει την πρώτη φορά που συναντήθηκαν στο δρόμο.

Του ανοίγει την πόρτα και χωρίς να χαιρετήσει μπαίνει μέσα. Αφήνει καμιά δεκαριά αυγά στο τραπέζι και θρονιάζεται στην καρέκλα.

Του πρόσφερε καφέ και κάθισε μαζί του.

Ο Φιλάνταρης, έτσι τον έλεγαν, άρχισε τη συζήτηση για τον καιρό, την αναβροχιά, τα ζώα και τα χωράφια του.

Προχωρώντας η συζήτηση έφτασε στις σχέσεις του με τους συμπολίτες του. Ο Φιλάνταρης άκριτα και απερίσκεπτα λοιδωρούσε όλο το χωριό. Μιλούσε με εμπάθεια κατά του Δασκαλομανόλη και πολλών άλλων που το αδικούσαν αναίσχυντα όπως έλεγε.

Ο Γρηγόρης μετά το πέσιμο της χούντας των Συνταγματαρχών το 1974 χρημάτισε για ένα διάστημα πρόεδρος της Κοινότητας.

Πρόεδρος σε μικρό νησί που δεν υπάρχει άλλη αρχή και υπηρεσία, είναι μεγάλο και υπεύθυνο αξίωμα.

Όλοι οι δημότες απευθύνονται στον πρόεδρο για επίλυση κοινοτικών και κοινωνικών θεμάτων που αφορούν τον τόπο.

Ξημερώματα μιας κρύας χειμωνιάτικης νύχτας άκουσε δυνατά χτυπήματα στην πόρτα του. Μια γυναικεία φωνή τον καλούσε να πάει γρήγορα σπίτι της γιατί υπήρχε κίνδυνος να χτυπηθεί ο άντρας της με τον Φιλάνταρη.

Σηκώνεται γρήγορα και πηγαίνει στο κέντρο του χωριού. Βλέπει ένα άντρα ψηλό, γεροδεμένο, με φακίδες στο πρόσωπο να κρατά ένα χοντρό ραβδί, αγριεμένος να στυλώνει την πόρτα του αχυρώνα του.

-Τι συμβαίνει Δαμιανέ; ρωτά.

- Έλα κοντά να δεις μόνος σου.

Πλησιάζει, κοιτάζει μέσα και βλέπει στο βάθος του αχυρώνα έναν άντρα να κάθεται ανακούρκουδα, με βλέμμα χαμένο, με χαζοχαρούμενη απάθεια, να περιμένει τη μοίρα του.

…………………………………………………………………………

Έγιναν διαπραγματεύσεις, επενέβηκε και ο Γραμματέας της Κοινότητας που ήξερε καλύτερα τα χούγια τους για να τους συμφιλιώσει.

Αυτός ο τρόπος κλεισίματος σε στάβλο εφαρμοζόταν συχνά σε ζώα. Όταν κάποιο κοπάδι έμπαινε σε χωράφι με σπαρτά άλλου κτηνοτρόφου, ο ιδιοκτήτης που ζημιωνόταν, έπαιρνε το ξένο κοπάδι και το μάντρωνε στο στάβλο του. Ζητούσε από το αφεντικό του κοπαδιού να του αποζημιώσει τη ζημιά που προξένησαν τα ζώα του.

Κάποτε ένας ψωροπερήφανος νησιώτης, ο κουτοπόνηρος Κασίδης, χωρίς λόγο έκλεισε ξένα πρόβατα στο στάβλο του. Ζητούσε διακόσιες δραχμές για να τα αφήσει.

Ψευτονταής αυτός που είχε τα πρόβατα, φώναζε και απειλούσε πως θα πάει με τσαμπουκά να τα πάρει.

-Έλα βρε του λέει ο Δασκλομανόλης. Κάτσε στα αυγά σου.

-Ε, ναι, ν’ αφήσω εγώ αυτόν τον παλαβό να …..

-Πόσα πρόβατα σου έχει μαντρωμένα;

-Είκοσι.

-Εσύ θα λες πως χάνεις είκοσι πέντε του λέει ο Δασκαλομανόλης.

Πάει ο Δασκαλομανόλης στο σπίτι του Κασίδη και τον ρωτά.

-Πόσα ξένα πρόβατα έχεις κλεισμένα στο Στάβλο σου;

-Είκοσι, απαντά ο Κασίδης.

-Αυτός λέει πως χάνει είκοσι πέντε πρόβατα. Τα πέντε που πήγανε; Αμόλυσέ τα γιατί αν χαθεί κανένα θα βρεις τον μπελά σου με κίνδυνο να σου ζητάει και αποζημίωση.

Ο Κασίδης δεν κατάλαβε το τέχνασμα και τα άφησε ελεύθερα.

Οι οικογένειες του νησιού ήταν πατριαρχικές. Ο πατέρας ήταν αρχηγός της οικογένειας, σ’ αυτόν υπάκουαν οι υπόλοιποι.

Πολλά δικαιώματα εξασφάλιζε από τη γέννησή του το πρώτο αγόρι. Απολάμβανε την εκτίμηση των άλλων παιδιών της οικογένειας ασχέτως αν την άξιζε ή όχι. Και σίγουρα κέρδιζε το καλύτερο μερίδιο της οικογενειακής περιουσίας.

Παλιότερα τα κορίτσια ξενιτεύονταν στη Πόλη, την Αλεξάνδρεια, στη Σμύρνη. Πήγαιναν υπηρέτριες σε πλούσια ελληνικά σπίτια. Τα αγόρια ξενιτεύονταν είτε ως ναυτικοί, είτε μετανάστες σε ξένες χώρες.

Οι καιροί όμως άλλαξαν και πολλά παιδιά αγόρια και κορίτσια έμειναν στον τόπο τους. Οι παραδόσεις όμως και οι συνήθειες των ανθρώπων δεν αλλάζουν εύκολα.

Οι γυναίκες για τα αγόρια ήταν οι φουστάνες, έπρεπε να τους συμπαραστέκονται σ’ όλη τους τη ζωή.

Σε μερικές οικογένειες καλλιεργείτο ένα κλίμα, μια φιλοσοφία που ανάγκαζε τις κοπέλες να αποδέχονται αυτές τις ξεπερασμένες και ηλίθιες αντιλήψεις που αφορούσαν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των μελών της οικογένειας.

 Διαβάστε περισσότερα…

Γράψτε το σχόλιό σας.