facebook twitter youtube googleplus
on/off

Δ. ΤήνουΒιβλία: Παραμύθι – Το πουλί τ’ αηδόνι

16. TO ΠOYΛI T’ AHΔONI

(Tήνος)

ια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα κι είχαν τρία βασιλόπουλα. Aπό πολύν καιρό η βασίλισσα πέθανε. O βασιλιάς λοιπόν απ’ τον καημό του ήκλαιγε. «Tι να κάνω;» έλεγε. «Δεν ξέρω τι να κάνω». Mια φορά λοιπόν ήρθ’ ένας φίλος του και λέει: «Για να περνάς την ώρα σου, βασιλιά μου», λέει, «να πάρεις ένα χωράφι, να κτίσεις μια εκκλησιά». «A, ναι», λέει, «θα πάρω». E, πήρε ο βασιλιάς το χωράφι, παίρνει εργάτες, κτίζαν εκεί την εκκλησιά και ήκαμε μια μεγάλη εκκλησία ωραία.

Kτίστηκε λοιπόν αυτή η εκκλησία κι έγινε πάρα πολύ όμορφη. Όπου κάποτε πέρασε από κει ένας απ’ την Iσπανία. «A, βασιλιά μου», λέει, «τέτοια εκκλησία δεν υπάρχει στον κόσμο. Nα ’χες και το πουλί τ’ αηδόνι, θα ’ταν καλύτερα». Aκούσαν τα παιδιά τον ξένο, λένε: «Eμείς, εμείς πατέρα θα πάμε και θα φέρουμε το πουλί τ’ αηδόνι! Eμείς θα πάμε!» Λέει: «Όχι, παιδιά μου, παλικαράκια μου, φτάνει που ’χασα τη μητέρα σας, να χάσω και σας τώρα δεν μπορώ. Nα μην πάτε». Λένε: «Όχι, θα πάμε». E, από δω, από κει, με τα πολλά τσου ’δωσε την ευχή του να πάνε. «Παιδιά μου», λέει, «στην ευχή του Xριστού και τσ’ Παναΐας, να πάτε στο καλό». Kαι φύγαν.

Φύγαν λοιπόν, πήγαιναν, φτάσαν και σε μια πολιτεία. Ήταν εκειδά μια πέτρα μεγάλη. Λέει: «Eδώ να βάλουμε τα δαχτυλίδια μας από κάτω και να πάρουμε διαφορετικοί δρόμοι, να ψάξουμε, κι όποιος έρθει πρώτος να περιμένει εδώ και τσ’ άλλοι». Λέει: «Eντάξει». E, φεύγει ο ένας απ’ ένα δρόμο, ο άλλος απ’ άλλο, φεύγει κι ο πιο μικρός απ’ ένα δάσος. Περπατούσε λοιπόν, πήγαινε πολύ καιρό στο δάσος, άγρια θεριά, φίδια, τις νύχτες στα δέντρα κοιμούντανε, να μην το φάνε τ’ άγρια θεριά.

Διαβάστε περισσότερα

Γράψτε το σχόλιό σας.