facebook twitter youtube googleplus
on/off

Ν. ΚεφαλληνίαςΒιβλία: Παραμύθι: Το πιο γλυκό ψωμί

Κάποτε ήταν ένας πλούσιος βασιλιάς, πολύ πλούσιος, που ό,τι επιθυμούσε η καρδιά του το είχε. Όλα τα είχε και τον έλεγαν ευτυχισμένο, ώσπου έπαθε μια παράξενη ανορεξιά και δεν είχε όρεξη να βάλει τίποτα στο στόμα του. Σιγά σιγά αδυνάτιζε κι άρχισε να γίνεται γκρινιάρης και παράξενος. Πολλοί γιατροί πήγαιναν και τον έβλεπαν, μα τα γιατρικά τους τίποτα δεν μπορούσαν να του κάμουν. Η ανορεξιά του βασιλιά όλο και κρατούσε, κι εκείνος έρεβε* μέρα με την ημέρα. Τίποτα δε λιμπιζόταν* να φάει. Ούτε του πουλιού το γάλα, που λέει ο λόγος.

Κάποια μέρα λοιπόν, έτυχε να περνάει από το παλάτι του ένας ασπρομάλλης γέροντας φτωχός, που ήτανε όμως σοφός κι ήξερε από γιατρικά. Του είπανε λοιπόν για το βασιλιά κι ανέβηκε να τον δει.

«Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου;» τον ρώτησε ο γέροντας.

«Τι λες, γιατρέ μου», του λέει ο βασιλιάς. «Όλη μέρα ξαπλωμένος απάνω στο θρόνο μου, ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ».

«Μήπως έχεις έγνοιες και σκοτούρες για το λαό σου;»

«Όχι, κάθε άλλο. Εγώ ζω ξέγνοιαστος και καρφάκι δε μου καίγεται για κανέναν!»

«Μήπως επιθύμησες ποτέ σου κάτι και δεν μπόρεσες να το ’χεις;»

«Ούτε κι αυτό! Βασιλιάς είμαι κι ό,τι γυρέψω το βλέπω μπροστά μου!…»

Σκέφτηκε, σκέφτηκε λίγο ο γέροντας, κι ύστερα γυρίζει και λέει του βασιλιά:

«Άκουσε, βασιλιά μου: “Καθώς βλέπω, δεν έχεις τίποτα σοβαρό. Εκείνο που φταίει και δεν έχεις όρεξη να τρως είναι το ψωμί που σου δίνουν στο παλάτι! Να διατάξεις να σου φέρουν να φας το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου. Αν μπορέσεις να το ’χεις αυτό, τότε θα γιατρευτείς!”»

Από την ίδια μέρα ο βασιλιάς έδωσε διαταγή στους φουρναραίους του παλατιού να ζυμώσουν και να του ψήσουν «το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου». Έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά οι ψωμάδες και σ’ όλο το βασίλειο, ποιος θα κάμει στο βασιλιά το πιο γλυκό ψωμί. Ζύμωναν με ζάχαρη κι ανθόγαλα κάθε λογής ψωμιά και του τα ’φερναν στο παλάτι να τα δοκιμάσει. Μα κανένα απ’ όλα εκείνα τα ψωμιά δεν άνοιγε την όρεξη του βασιλιά. Ούτε κι ήθελε να τα φάει. Το ένα του μύριζε, το άλλο του βρoμούσε. Ώσπου μια μέρα, έξω φρενών, έστειλε ανθρώπους του να πάνε να βρούνε το γέροντα και να τον ξαναφέρουνε μπροστά του. Κι έτσι έγινε.

«Θα σε κρεμάσω, που με ξεγέλασες!» του φώναξε ο βασιλιάς μόλις τον είδε.

«Γιατί, βασιλιά μου;» τον ρώτησε ο γέροντας.

«Γιατί το γλυκό ψωμί, που είπες να μου φτιάξουνε να φάω, δε μου έκαμε τίποτα!»

«Μπα;» έκαμε ο γέροντας, «φαίνεται πως το ψωμί που σου ζύμωσαν δεν ήταν τόσο γλυκό όσο έπρεπε…»

O βασιλιάς ήταν και πάλι έτοιμος να αγριέψει, μα είδε το γέροντα που κάτι συλλογιζότανε, και περίμενε.

«Άκουσε, βασιλιά μου», του λέει τότε ο γέροντας, «αν θέλεις να δοκιμάσεις στ’ αληθινά το ψωμί που θα σε γιατρέψει, πρέπει να ’ρθεις μαζί μου για τρεις μέρες μονάχα, και να κάνεις ό,τι σου λέω. Αν δε γίνεις καλά, είσαι ελεύθερος να μου πάρεις το κεφάλι!»

Διαβάστε περισσότερα

Γράψτε το σχόλιό σας.