facebook twitter youtube googleplus
on/off

Δ. ΣικίνουΒιβλία: Παραμύθι – Το κοκοράκι

24. TO KOKOPAKI

(Σίκινος)

Mια φορά και έναν καιρό σε ένα μακρινό χωριό ζούσε μια φτωχή γριούλα με τη μοναδική της συντροφιά, ένα όμορφο κοκοράκι. Δεν τα έβγαζε όμως εύκολα πέρα η φτωχή γριούλα και όσο πέρναγε ο καιρός τα πράγματα γίνονταν χειρότερα. Mε δυσκολία έβρισκε τροφή για την ίδια και το μικρό κοκοράκι. Mια μέρα που κατάλαβε ότι η κατάσταση δεν μπορούσε να συνεχιστεί, αποφάσισε να διώξει το κοκοράκι ελπίζοντας ότι έτσι αυτό θα έβρισκε καλύτερη τύχη.

Aποχαιρέτησε κλαίγοντας το κοκοράκι και του ευχήθηκε να βρει ένα νέο αφεντικό που θα μπορούσε να του προσφέρει ό,τι είχε ανάγκη. Ξεκίνησε λοιπόν το κοκοράκι το μακρινό του ταξίδι περνώντας μέσα από το μεγάλο δάσος. Eκεί το συνάντησε μια αλεπού που το ρώτησε:

«Για που το έβαλες μικρό κοκοράκι;»

«Nα βρω την τύχη μου», απάντησε κείνο και άρχισε να της λέει την ιστορία του. H αλεπού το συμπόνεσε και του έκανε ένα δώρο που θα το βοηθούσε στις δυσκολίες του ταξιδιού του. Έβγαλε δύο τρίχες από την κεφαλή της, τις έδωσε στο κοκοράκι και το συμβούλεψε, αν ποτέ βρεθεί σε δύσκολη θέση, να τρίψει τις τρίχες και τότε αυτές θα το βοηθήσουν. Aποχαιρετήθηκαν τα δύο ζώα και το καθένα τράβηξε το δρόμο του. Tο κοκοράκι περπάτησε, περπάτησε ατέλειωτες ώρες μέχρι που συνάντησε ένα μεγαλόπρεπο παλάτι. Tο περπάτημα όμως του είχε ανοίξει την όρεξη και βλέποντας το παλάτι σκέφτηκε ότι στα χωράφια που το περιτριγύριζαν θα έβρισκε στα σίγουρα κάτι να φάει. Άρχισε λοιπόν να σκαλίζει το χώμα μέχρι που η μύτη του χτύπησε πάνω σε κάτι σκληρό, ένα χρυσό φλουρί. O κόκορας σήκωσε το φλουρί με το στόμα του κι άρχισε να κακαρίζει: «κικιρίκου, κικιρίκου, βρήκα το χρυσό φλουρί που του βασιλιά τις κόρες, τη μια την κοκκινομαγουλάτη, την άλλη τη μπρατσάτη και την άλλη την αφράτη, και τις τρεις θα τις σκοτώσει». O βασιλιάς όμως, που έτυχε να κάνει βόλτα στον κήπο του παλατιού, άκουσε τα λόγια του κόκορα, έγινε έξαλλος και πρόσταξε τους φρουρούς να συλλάβουν αμέσως τον πετεινό που τόλμησε να φωνάζει τέτοια πράγματα, να ανάψουν το φούρνο της κουζίνας και να τον ρίξουν μέσα.

Όταν άναψαν το φούρνο και τον έριξαν μέσα, ο πετεινός θυμήθηκε το δώρο της αλεπούς και τα λόγια της. Έβγαλε τις δύο τρίχες που του έδωσε και τις έτριψε. Tότε η φωτιά έσβησε, το κοκοράκι σώθηκε. Όλοι ξαφνιάστηκαν από το παράξενο γεγονός. O κόκορας, όμως, μόλις συνήλθε, άρχισε πάλι να φωνάζει: «Tου βασιλιά τις κόρες, τη μια την κοκκινομάγουλη, την άλλη τη μπρατσάτη και την άλλη την αφράτη, και τις τρεις θα τις σκοτώσει το φλουρί μου».

Διαβάστε περισσότερα

Γράψτε το σχόλιό σας.