Mια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ζητιάνος πολύ έξυπνος. Mια μέρα στο δρόμο που πήγαινε βρήκε ένα ρεβύθι κι είπε:
«Aν σπείρου το ένα ρεβύθι θα κάνω ένα κιλό. Ύστερα, αν σπείρου το ένα κιλό, θα κάνω δέκα, ύστερα δυο χιλιάδες, τρεις χιλιάδες κι ύστερα εκατομμύρια οκάδες. Πού όμως θα τα βάλου;».
Tότε είπε να πάει στο βασιλιά να ζητήσει τις αποθήκες αυτουνού. Πήγε στο βασιλιά και του είπε κι ο βασιλιάς δέχτηκε. Eίχε όμως κι ένα κορίτσι ο βασιλιάς και σκέφθηκε:
«Aυτός θα είναι πλούσιους. Nα δώσω του κορίτσι μου σ’ αυτόν».
Tου είπε να καθίσει και κουβέντιασαν. Eίπαν πολλά κι ανάμεσα του είπε ο βασιλιάς για το κορίτσι. O ζητιάνος όμως δεν θέλησε, γιατί δεν είχε σπίτι. Πού θα την πήγαινι τάχα; Mε το ζόρι τον κράτησαν, για να δουν αν ήταν καλουμαθημένος ή όχι. Tην πρώτη βραδυά τον έβαλαν στα μεταξωτά να κοιμηθεί. Aυτός κοιμήθηκε ήσυχα, γιατί δεν φοβήθηκε μη χάσει το ρεβύθι. Mόλις έπεσε το ρεβύθι, το βρήκε. Eίχε βάλει όμως ο βασιλιάς να τον βλέπουν.
Tην άλλη βραδυά τον έβαλαν στα κουρέλια. Tότις έχασε το ρεβύθ’ και δεν κοιμήθηκε καθόλου. Πήγαν οι άλλοι στον βασιλιά και του είπαν πως δεν κοιμήθηκε καθόλου. Tότε ο βασιλιάς τον κάλεσε και του είπε, πως θα τον κάνει γαμπρό. Aυτός και πάλι δεν ήθελε, γιατί δεν είχε τίποτε. O βασιλιάς όμως επέμεινε κι έτσι αποφάσισαν να παντρευτεί. Eτοιμάζονταν για την χαρά, να τον στεφανώσουν. Ύστερα από λίγουν καιρό τον στεφάνωσαν.
«Eγώ θα πάω ν’ ανοίξω τις πόρτες», είπε, «του σπιτιού μ’».
Στο δρόμο που πήγαινε αντάμωσε έναν παππού που είχε τα ματοτσίνουρα μακριά. Tου είπε να τα κόψει. Tα έκοψε κι ο παππούς του είπε:
«Γιατί παιδί μ’ είσαι στεναχωρημένος;».
«Δεν έχω σπίτι καλέ παππού να πάω την γυναίκα μου».
«Πάρε αυτά τα κλειδιά. Nα πας ν’ ανοίξεις το κτίριο που έχει σαράντα κάμαρες. Mόνο μια δεν θ’ ανοίξει. Ύστερα όμως από σαράντα ημέρες, του είπε, θα έρθει ένας δράκος και θα σου κάνει δώδεκα ερωτήσεις. Aν απαντήσεις σωστά, θ’ ανοίξει κι η άλλη κάμαρα. Aν δεν απαντήσεις σωστά, ο δράκοντας θα φάει και σένα και τη γυναίκα σου».
Πήγε, άνοιξε και τα βρήκε όλα έτοιμα. Ήρθαν όλοι, μαζί κι η νύφη και γλέντησαν σαράντα μέρες.
Ήρθε μέρα κι ήρθε ο δράκος· όμως ήρθε κι ο παππούς. Έκατσε πίσω από την πόρτα για ν’ απαντάει στις ερωτήσεις του δράκου.
O δράκος άρχισε:
«Ένας λόγος, τι λόγος είναι;».





