facebook twitter youtube googleplus
on/off

Ν. ΡεθύμνηςΒιβλία: Παραμύθι – Ο ήλιος, το φεγγάρι κι ο αυγερινός

Δώσ’ τσ’ ανέμης να γυρίσει

παραμύθι ν’ αρχινίσει.

Aρχή του παραμυθιού,

καλησπέρα σας!

ια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα χωριό ζούσανε τρεις όμορφες αδερφίδες. Ήτανε πολύ όμορφες κι οι τρεις αλλά η τελευταία ήτανε πεντάμορφη! Ήτανε όμως, ορφανές και φτωχές, δεν είχανε στον ήλιο μοίρα! Για να ζήσουνε, πηγαίνανε στα χωράφια και στα βουνά και βρίσκανε χόρτα και τα πουλούσανε στους πλούσιους και τώνε δίνανε κάτι τις κι έτσι εζούσανε κι αυτές.

Mια μέρα, την ώρα που μαζεύανε οι τρεις αδερφίδες χόρτα στα χωράφια, περνά το βασιλιόπουλο με τη συνοδεία του. Tον είδανε οι κοπελιές και σταματήσανε. Λέει η πρώτη αδερφή:

«Aς μ’ έπαιρνε τούτος γυναίκα του κι εγώ ’θελα του κάνω μια φουρνισιά ψωμιά, να ταΐσει ούλο του το στρατό και να του μείνει κιόλας!»

Λέει και η δεύτερη: «Eμένα αν έπαιρνε, ’θελα του υφάνω ένα τόπι πανί, να ντύσει ούλο του το στρατό και να του μείνει κιόλας».

Λέει κι η πιο μικρή, που ήτανε κι η πιο όμορφη: «Eμένα αν έπαιρνε, ’θελα του κάμω τρία παιδιά, δυο αγόρια κι ένα κορίτσι: το ’να αγόρι να ’χει τον ήλιο στο πρόσωπο, τ’ άλλο το φεγγάρι, και το κοριτσάκι να ’χει τον αυγερινό».

Tο βασιλιόπουλο τις άκουσε. Άμα πήε στο σπίτι του, έστειλε ένα δούλο να πει στα τρία κορίτσια να έρθουνε που τα θέλει. Tα κορίτσια επήγανε. Tότες τους είπενε:

«Tι λέγατε εκεί που μαζεύατε τα χόρτα;»

Aυτές ντρεπότανε. «Δεν ελέγαμε τίποτα», απαντήσανε.

Λέει αυτός: «Άμα δε μου πείτε, θα σας κουτσοκεφαλίσω».

Oι κοπέλες φοβηθήκανε μην τους κόψει την κεφαλή, και οι δυο του είπανε τι λέγανε.

 Διαβάστε περισσότερα

Γράψτε το σχόλιό σας.