facebook twitter youtube googleplus
on/off

Δ. ΡόδουΒιβλία: Παραμύθι-Η φτέρενη κόρη

Εκείνον τον καιρό ήταν ένας βασιλιάς κι είχε τρεις γιους. Όταν γέρασε τους φώναξε και τους τρεις και τους είπε: «Εγώ, παιδιά μου, κοντεύω να πεθάνω και γι’ αυτό θέλω γρήγορα να κοιτάξετε να παντρευτείτε».

Τα παλικάρια σκέφτηκαν κι αποφάσισαν να ρίξουν τη σαΐτα τους και σ’ όποιο σπίτι καρφωνότανε, θα έπαιρναν την κόρη που θα έμενε εκεί.

Πρώτα κούρδισε τη σαΐτα του ο μεγάλος γιος. Και το σαϊτόξυλό του πήγε στο παλάτι ενός βασιλιά και πήρε την κόρη του γυναίκα.

Ύστερα έκανε το ίδιο κι ο δεύτερος και το σαϊτόξυλό του πήγε στου βεζίρη το σπίτι και πήρε την κόρη του γυναίκα.

Κουρδίζει κι ο τρίτος τη σαΐτα του μα το σαϊτόξυλό του πήγε πολύ μακριά και χάθηκε.

Από τη σκάση του πια το βασιλόπουλο πήρε των ομματιών του. Τράβηξε ίσια για ένα χωριό, που ήτανε παρακάτω. Στο δρόμο του όμως παραστράτησε και βρέθηκε μακριά, σ’ άλλα μέρη. Εκεί βλέπει έναν πύργο ψηλό, που δεν είχε πόρτα παρά μόνο παράθυρα. Κι όπως κοίταζε τον πύργο, βλέπει το σαϊτόξυλό του στη στέγη καρφωμένο. Σάστισε το βασιλόπουλο και λέει: «Βρε, πως έφτασε εδώ πέρα το σαϊτόξυλό μου;…»

Αποφάσισε λοιπόν να κάτσει και να ξενυχτίσει έξω από τον πύργο για να παρατηρήσει τι γινότανε εκεί και ποιοι μένανε μέσα.

Αργά το βράδυ, να σου κι έρχεται μια δρακόντισσα. Πάει κάτω από ένα παράθυρο κι άρχισε να φωνάζει στην κόρη της:

«Άσπρη μου σαν το χαρτί, κόκκινη σαν το ρόδο,

ρίξε μου τα μαλλάκια σου κι ανέβασέ με πάνω».

Το βασιλόπουλο έβλεπε και δε μιλούσε. Η κόρη έριξε τα μαλλάκια της κι η δρακόντισσα πιάστηκε κι ανέβηκε πάνω.

Σε λίγη ώρα να σου κι ο πατέρας, ο δράκος, κι άρχισε κι αυτός να φωνάζει:

«Άσπρη μου σαν το χαρτί, κόκκινη σαν το ρόδο,

ρίξε μου τα μαλλάκια σου κι ανέβασέ με πάνω».

Τον ανέβασε κι αυτόν η κόρη.

Μετά, να κι ο αδελφός. Είπε κι αυτός τα ίδια κι η κόρη τον ανέβασε απάνω με τον ίδιο τρόπο.

Όταν ξημέρωσε η μέρα, κατέβηκαν κι έφυγαν. Μόλις έφυγαν πάει το βασιλόπουλο κάτω από το παράθυρο και φωνάζει, ό,τι είχε ακούσει:

«Άσπρη μου σαν το χαρτί, κόκκινη σαν το ρόδο,

ρίξε μου τα μαλλάκια σου κι ανέβασέ με πάνω».

Η κόρη έριξε τα μαλλάκια της, τον ανέβασε και του λέει:

«Εδώ πουλί πετάμενο δεν έρχεται. Εσύ πώς ήρθες;»

«Η τύχη μου μ’ έφερε», λέει το βασιλόπουλο.

 

Διαβάστε περισσότερα…

Γράψτε το σχόλιό σας.